Συνέχεια από: Τρίτη 7 Ιουλίου 2026
Η σύνθεση σχολαστικής θεολογίας και υπαρξισμού στην τριαδολογία της δυτικής Χριστιανοσύνης: Karl Barth και Karl Rahner
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΓ. ΣΙΣΚΟΥ
Πηγή: Περιοδικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ 88, 4 (2017)
Πηγή: Περιοδικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ 88, 4 (2017)
3.3 Οἱ ὑποστατικές σχέσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος μὲ τοὺς ἀνθρώπους
Γιὰ τὸν Κ. Rahner τὸ κάθε πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος συστήνει ἰδική, ξεχωριστή σχέση μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Μάλιστα, λόγῳ τοῦ θεμελιώδους ἀξιώματος περὶ ταυτίσεως οἰκονομικῆς καὶ ἀιδίου Ἁγίας Τριάδος, κάθε Θεία Ὑπόσταση κοινωνεῖ τὸ ὑποστατικό της ἰδίωμα στοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸ κατὰ τὸν Κ. Rahner α) ἐξασφαλίζει τὴν πραγματικότητα τῶν Θείων Ὑποστάσεων ὡς τέτοιων, β) ἐξασφαλίζει μιὰ ὀντολογία σχέσης μεταξὺ τῶν Θείων Προσώπων εἰς τρόπον ποὺ νὰ μὴ θεωροῦνται αὐτόνομα, διότι μὲ τὸν τρόπο ποὺ σχετίζονται εἰς ἄλληλα ἀιδίως, μὲ τὸν αὐτὸν τρόπο σχετίζονται καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους62, γ) ἐξοβελίζει τὸν κίνδυνο τῆς συγχώνευσής τους κάτω ἀπὸ τὴν τέλεια ἁπλότητα τῆς Θείας Οὐσίας. Ἔτι περαιτέρω, στὸ πλαίσιο μιᾶς ὑπαρξιστικῆς ἀνάλυσης γίνεται λόγος περὶ ὑποστατικῆς ἐλευθερίας τῶν Θείων Προσώπων (ἄρα ἐμμέσως πλην σαφῶς περὶ ὑποστατικῆς θελήσεως αὐτῶν) καὶ συναφῶς περὶ ὑποστατικῆς ἐνεργείας ἑκάστου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ως πλαίσιο παραμένει, ὅπως παραπάνω, ἡ ὑπαρξιακὴ ἀνάλυση τοῦ δόγματος τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ἡ ἄρνηση τῆς σχολαστικῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία κάτω ἀπὸ τὸ actus purus ἐξαλείφει τὴν παρουσία τῶν Θείων Υποστάσεων: "each one of the three divine persons communicates himself to man in gratuitous grace in his own personal particularity and diversity. This trinitarian communication is the ontological ground of man's life of grace and eventually of the direct vision of the divine persons in eternity. It is God's 'indwelling', 'uncreated grace', understood not only as a communication of the divine nature, but also and primarily, since it implies a free personal act, since it occurs from person to person, as a communication of 'persons'. Of course, this self-communication of the persons occurs according to their personal peculiarity, that is, also according to and in virtue of their mutual relations. Should a divine person communicate himself otherwise than in and through his relations to the other (ἐννοεῖ τὰ θεῖα) persons, so as to have his own relation to the justified (and the other way around), this would presuppose that each single divine person, even as such, as mentally distinct from the one and same essence, would be something absolute and not merely relative. We would no longer be speaking of the Trinity (ἡ ὑπογράμμιση δική μας). In other words: these three self-communications are the self-communication of the one God in the three relative ways in which God subsists63. [Μετάφραση: «Καθένα από τα τρία θεία πρόσωπα κοινωνεί τον εαυτό του στον άνθρωπο, μέσα στη δωρεάν χάρη, κατά τη δική του προσωπική ιδιαιτερότητα και διαφορότητα. Αυτή η τριαδολογική αυτοκοινωνία αποτελεί το οντολογικό θεμέλιο της ζωής του ανθρώπου μέσα στη χάρη και, τελικά, της άμεσης θέας των θείων προσώπων στην αιωνιότητα. Πρόκειται για την “ενοίκηση” του Θεού, για την “άκτιστη χάρη”, η οποία δεν πρέπει να κατανοείται μόνο ως κοινωνία της θείας φύσεως, αλλά επίσης και πρωτίστως —εφόσον προϋποθέτει μία ελεύθερη προσωπική πράξη και λαμβάνει χώρα από πρόσωπο προς πρόσωπο— ως κοινωνία “προσώπων”. Βεβαίως, αυτή η αυτοκοινωνία των προσώπων πραγματοποιείται σύμφωνα με την προσωπική ιδιαιτερότητα του καθενός, δηλαδή επίσης σύμφωνα με τις αμοιβαίες σχέσεις τους και δυνάμει αυτών. Αν ένα θείο πρόσωπο κοινωνούσε τον εαυτό του με άλλον τρόπο και όχι μέσα από τις σχέσεις του προς τα άλλα θεία πρόσωπα, ώστε να έχει τη δική του ιδιαίτερη σχέση με τον δικαιωμένο άνθρωπο —και αντιστρόφως—, αυτό θα προϋπέθετε ότι κάθε επιμέρους θείο πρόσωπο, ακόμη και ως τέτοιο, νοητά διακριτό από τη μία και ίδια ουσία, θα ήταν κάτι απόλυτο και όχι απλώς σχετικό. Τότε δεν θα μιλούσαμε πλέον για την Αγία Τριάδα. Με άλλα λόγια: αυτές οι τρεις αυτοκοινωνίες είναι η αυτοκοινωνία του ενός Θεού κατά τους τρεις σχετικούς τρόπους με τους οποίους ο Θεός υφίσταται.»]
3.4 Ἡ ταύτιση τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τῶν Θείων Προσώπων μὲ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες
Περνώντας στὴν ἀνάλυση τῶν ἰδιωμάτων τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτὰ ἐκτίθενται στὰ κλασικὰ ἐγχειρίδια δογματικῆς τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ὁ Κ. Rahner ἀναζητεῖ τὴν ὑπαρξιακή σημασία τους γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Τὸ συμπέρασμα στὸ ὁποῖο καταλήγει εἶναι ὅτι τὰ θεῖα ἰδιώματα φανερώνουν τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι τὴν Οὐσία Του. Ἀναλυτικότερα, οἱ ἐνέργειες ἑνὸς ὄντος ἀποκαλύπτουν τὸ πρόσωπό του. Τὸ ἴδιο πρᾶγμα συμβαίνει καὶ στὸν Θεό. Γίνεται σαφὲς ὅτι οἱ ἐνέργειες ταυτίζονται μὲ τὸ πρόσωπο καὶ μποροῦν ἀβίαστα νὰ χαρακτηριστοῦν ὡς τρόπος ὑπάρξεως τοῦ προσώπου. Επομένως, αὐτὸ ποὺ γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι τὸ «τί» τῆς Θείας Οὐσίας, ἀλλὰ τὸ «ποιός» τῶν Θείων Ὑποστάσεων κατὰ τὴ διαλεκτική σχέση ποὺ αὐτὲς δημιουργοῦν μὲ τὸν ἄνθρωπο. Τὰ ἰδιώματα τοῦ Θεοῦ, χωρὶς τὴ συγκεκριμένη ἑρμηνευτικὴ ἀνάλυση, παραπέμπουν στὴν ἀπρόσωπη οὐσιοκρατία τῆς τέλειας καὶ ἁπλῆς Θείας Οὐσίας. Τὸ Πρόσωπο εἶναι αὐτὸ ποὺ σώζει μιὰ βαθύτερη σημασία καὶ ἕνα ἀληθινὸ σωτηριολογικό νόημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἀναφορικὰ μὲ τὴν ἔννοια τῶν ἰδιωμάτων τοῦ Θεοῦ, διότι τὰ Θεῖα ἰδιώματα ἀποκαλύπτουν τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ σὲ σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο. Ἔχοντας ὅμως ὡς θεμελιῶδες ἀξίωμα ὁ Κ. Rahner τὴν ταύτιση τῆς οἰκονομικῆς καὶ τῆς ἀιδίου Ἁγίας Τριάδος, οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ταυτίζονται τόσο μὲ τὸν τρόπο ὑπάρξεώς Του ἀιδίως, ὅσο καὶ μὲ τὶς ἴδιες τὶς Θεῖες Ὑποστάσεις. Αὐτὸ παραμένει συνεπές στὶς σχολαστικές προϋποθέσεις τῆς δυτικῆς θεολογίας μὲ βάση τὸ actus purus, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ Θεία Οὐσία, ἡ ὁποία εἶναι οἱ Θεῖες Ὑποστάσεις: “It is only after reaching some understanding of the living and free personal being of the transcendent God who is able to enter into an active dialogue with the world, that we can begin to examine the teaching of the New Testament about God's 'attributes'. For we have to know God as person before we can understand that the decisive question for human beings is not, strictly speaking, what God is, but as whom he wishes freely to show himself with regard to the world. A person does not strictly speaking have attributes with respect to another person: he has freely and personally adopted attitudes. And this is above all true of God's absolute, sovereign being as person with regard to this world"64. [Μετάφραση: «Μόνον αφού φθάσουμε σε κάποια κατανόηση του ζωντανού και ελεύθερου προσωπικού Είναι του υπερβατικού Θεού, ο οποίος μπορεί να εισέρχεται σε ενεργό διάλογο με τον κόσμο, μπορούμε να αρχίσουμε να εξετάζουμε τη διδασκαλία της Καινής Διαθήκης περί των “ιδιωμάτων” του Θεού. Διότι πρέπει πρώτα να γνωρίσουμε τον Θεό ως πρόσωπο, προτού μπορέσουμε να κατανοήσουμε ότι το αποφασιστικό ερώτημα για τον άνθρωπο δεν είναι, αυστηρά μιλώντας, τι είναι ο Θεός, αλλά ως ποιος θέλει ελεύθερα να φανερωθεί απέναντι στον κόσμο. Ένα πρόσωπο, αυστηρά μιλώντας, δεν έχει ιδιώματα σε σχέση με ένα άλλο πρόσωπο· έχει ελεύθερα και προσωπικά υιοθετημένες στάσεις. Και αυτό ισχύει κατεξοχήν για το απόλυτο και κυρίαρχο Είναι του Θεού ως προσώπου απέναντι στον κόσμο.»]
Οἱ τελευταῖες δύο περίοδοι τοῦ ὡς ἄνω ἀποσπάσματος ἀποκαλύπτουν ἕνα γεγονὸς ἐξαιρετικῆς σημασίας. Ο Κ. Rahner, ὡς πιστὸς ρωμαιοκαθολικός, δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴ σχολαστικὴ ἑρμηνεία τοῦ Θεοῦ ὡς ens neccessarium, ὁπότε ἡ ὑπαρξιακὴ ἑρμηνεία, τὴν ὁποία κτίζει, δημιουργεῖ τὴ διελκυστίνδα μεταξὺ τῆς Θείας Οὐσίας ὡς ἀναγκαιότητας καὶ τοῦ Προσώπου ὡς ἐλευθερίας. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο, χωρὶς νὰ ἀρνηθεῖ τὴ σχολαστική παράδοση, ἐλευθερώνεται ἀπὸ αὐτήν, ἀποδίδοντας στο πρόσωπο τὴν ἐλευθερία καὶ στὴ φύση τὴν ἀναγκαιότητα65. Ὁ Θεὸς δὲν φανερώνεται στὸν ἄνθρωπο ὡς ἀναγκαία τελειότητα, ἀλλὰ ὡς ἐλεύθερο Πρόσωπο τὸ ὁποῖο διὰ τῆς βουλήσεώς Του ἐγκύπτει στὶς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου. Αμέσως μετὰ ἀπὸ τὸ παραπάνω ἀπόσπασμα συνεχίζει: "Certainly these free attitudes which God has adopted with regard to the world, have, so to speak, a metaphysical structure, arising from God's necessary nature; but the attitude actually adopted is not unambiguously laid down in consequence of this structure... With respect to this God of the New Testament, then, everything depends for the human being on how God in fact behaves with regard to the person, not just on how he necessarily is in himself (οἱ ὑπογραμμίσεις δικές μας)"66. [Μετάφραση: «Ασφαλώς, αυτές οι ελεύθερες στάσεις που ο Θεός υιοθέτησε απέναντι στον κόσμο έχουν, τρόπον τινά, μια μεταφυσική δομή, η οποία πηγάζει από την αναγκαία φύση του Θεού· ωστόσο η στάση που πράγματι υιοθετείται δεν καθορίζεται μονοσήμαντα ως συνέπεια αυτής της δομής... Επομένως, σε σχέση με αυτόν τον Θεό της Καινής Διαθήκης, εκείνο από το οποίο εξαρτώνται τα πάντα για τον άνθρωπο είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός πράγματι συμπεριφέρεται απέναντι στο πρόσωπο, και όχι απλώς το πώς είναι κατ’ ανάγκην καθ’ εαυτόν.»]
"οι άνθρωποι θέλησαν να κάνουν την έξοδο από τις λογικές αποδείξεις και την έξοδο από τον σολιψισμό του θρησκευτικού συναισθήματος."
ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥΣ ΗΤΑΝ Ο ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΙΣΜΟΣ. Ο ΟΠΟΙΟΣ ΤΟΥΣ ΦΥΛΑΚΙΣΕ ΓΙΑ ΑΙΩΝΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΝΑ ΤΙΝΑΞΟΥΝ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΤΟΥΣ ΤΙΣ ΑΛΥΣΣΙΔΕΣ ΤΟΥ. ΕΙΧΕ ΧΑΘΕΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΟΜΩΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗΚΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΟΙ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΧΘΟΥΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΑΝ ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΗΣΑΝ ΜΙΑ ΝΕΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΑΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ. ΠΟΤΕ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΤΕ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. ΑΚΟΜΗ ΕΔΩ ΕΙΜΑΣΤΕ.
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΩΣ ΟΜΩΣ ΕΚΑΝΕ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΤΟ ΚΑΚΟ ΚΑΙ Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΖΩΗ. ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΑΝΕΛΑΒΕ Η ΕΒΔΟΜΗ ΤΕΧΝΗ ΜΕ ΘΕΑΜΑΤΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ. Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ. ΕΤΣΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΑΓΑΠΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΓΙΚΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΙΣΜΟ ΑΠΟ ΤΟ ΑΛΛΟ ΑΝ ΚΑΤΙ ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΚΑΛΑ ΕΚΔΙΚΟΥΜΑΣΤΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ, ΚΑΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΜΟΛΤΜΑΝ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣΕ ΜΕ ΤΟ ΕΝΔΥΜΑ ΦΩΤΟΣ ΤΟΥ ΧΟΛΛΥΓΟΥΝΤ. Ο ΤΡΙΤΟΣ ΝΑΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ!!!
Σημειώσεις
62. Πρβλ. καὶ COFFEY, D., "Trinity", στο MARMION, D., - HINES, M.E. (ed.), The Cambridge Companion to Karl Rahner, Cambridge University Press 2005, σελ. 105: "the duality in unicity experienced in time in the missions of Christ and the Holy Spirit reveals and reproduces the eternal processions of the Son and the Holy Spirit within the one God of the immanent Trinity, and indeed in the same taxis (order)". [Μετάφραση: «Η δυαδικότητα μέσα στην ενότητα, όπως βιώνεται μέσα στον χρόνο στις αποστολές του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, αποκαλύπτει και αναπαράγει τις αιώνιες εκπορεύσεις του Υιού και του Αγίου Πνεύματος μέσα στον έναν Θεό της αΐδιας Τριάδας, και μάλιστα κατά την ίδια τάξη.»]
Πιὸ ἀναλυτικά, βλ. καὶ σελ. 98-99: "God gives Godself to human beings; God gives Godself as God truly is in Godself, not just some created effect of Godself (though God does this as well, with the effect serving at the same time as the foundation of the self-giving). Now according to Scripture and tradition (with the latter taking a decisive step at the Council of Nicea), this self-giving takes place in two different forms or 'modalities', that is, in the incarnation of the divine Son, in Jesus Christ, and in the 'indwelling' of the Holy Spirit, in Christians... The only way in which these modalities can remain distinct and yet be modalities of the self-communication of this God is if they represent a distinction that is verified not just in the economy but in the being of God himself (ἡ ὑπογράμμιση δική μας). Otherwise they cannot be the self-communication of this God. But this implies (and requires) the identity of the economic and the immanent Trinity as explained above". [Μετάφραση: «Ο Θεός δίδει τον εαυτό Του στους ανθρώπους· ο Θεός δίδει τον εαυτό Του όπως πραγματικά είναι καθ’ εαυτόν, και όχι απλώς κάποιο κτιστό αποτέλεσμα του εαυτού Του —αν και πράττει και αυτό, με το αποτέλεσμα να λειτουργεί συγχρόνως ως θεμέλιο της αυτοπροσφοράς. Σύμφωνα τώρα με την Αγία Γραφή και την Παράδοση —με την τελευταία να πραγματοποιεί ένα αποφασιστικό βήμα στη Σύνοδο της Νίκαιας—, αυτή η αυτοπροσφορά λαμβάνει χώρα σε δύο διαφορετικές μορφές ή “τροπικότητες”: δηλαδή στην ενανθρώπηση του θείου Υιού, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, και στην “ενοίκηση” του Αγίου Πνεύματος στους χριστιανούς... Ο μόνος τρόπος με τον οποίο αυτές οι τροπικότητες μπορούν να παραμείνουν διακριτές και συγχρόνως να είναι τροπικότητες της αυτοκοινωνίας αυτού του Θεού είναι να αντιπροσωπεύουν μια διάκριση που επαληθεύεται όχι μόνο στην οικονομία, αλλά και στο ίδιο το Είναι του Θεού. Διαφορετικά, δεν μπορούν να αποτελούν την αυτοκοινωνία αυτού του Θεού. Αυτό όμως συνεπάγεται —και απαιτεί— την ταυτότητα της οικονομικής και της αΐδιας Τριάδας, όπως εξηγήθηκε παραπάνω.»]
63. RAHNER, K., The Trinity, μνημ. ἔργ., σελ. 34-35.
64. RAHNER, K., The content of faith: the best of Karl Rahner's theological writings, (ed.) Lehmann, K., and Raffelt, A., Trans: H. D. Egan, The Crossroad Publishing Company: New York 2000, σελ. 246.
65. Παράλληλα ἕνας ἄλλος σημαντικός ρωμαιοκαθολικός δογματολόγος στην κατεύθυνση τῆς ὑπαρξιακῆς ἑρμηνείας τοῦ δόγματος, ὁ SCHMAUS, M., Dogma 1: God in Revelation, Sheed & Ward: London 1995, σσ. 37-38, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπανερμηνεία τῶν σχολαστικῶν προϋποθέσεων, θέτει τὴν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ ὡς ἀντίθετη εἴτε στὶς ἀναγκαστικές νεοπλατωνικές ἀπορροές τοῦ Ἑνός, εἴτε στην ἀναγκαία ἐγελιανή κίνηση τοῦ Πνεύματος, ὅπως ἐκφράζεται στη διαλεκτική τοῦ ὑλισμοῦ μέσα στὴν ἱστορία: "When God acts, he does so in complete freedom. This is not, however, as many late scholastic theologians (though not Duns Scotus) believed, an arbitrary freedom. It is rather bound to the being of God as spirit, and is the expression of this. Thus the freedom we should ascribe to God in revealing himself differs both from the neo-Platonic concept of emanations and from Engels* doctrine of the self-movement of the Spirit to its highest fulfillment. If full freedom is ascribed to God, this means that he is neither compelled by his own nature to reveal himself nor forced to it by a reality other than himself. God is subject to coercion neither from within nor from without". [Μετάφραση: «Όταν ο Θεός ενεργεί, ενεργεί με πλήρη ελευθερία. Αυτή όμως δεν είναι, όπως πίστευαν πολλοί ύστεροι σχολαστικοί θεολόγοι —όχι όμως ο Duns Scotus—, μια αυθαίρετη ελευθερία. Αντιθέτως, συνδέεται με το Είναι του Θεού ως πνεύματος και αποτελεί έκφρασή του. Έτσι, η ελευθερία που πρέπει να αποδώσουμε στον Θεό όταν αποκαλύπτει τον εαυτό Του διαφέρει τόσο από τη νεοπλατωνική έννοια των απορροών όσο και από τη διδασκαλία του Engels περί αυτοκίνησης του Πνεύματος προς την ύψιστη ολοκλήρωσή του. Αν αποδίδεται στον Θεό πλήρης ελευθερία, αυτό σημαίνει ότι ούτε εξαναγκάζεται από την ίδια Του τη φύση να αποκαλύψει τον εαυτό Του ούτε ωθείται σε αυτό από κάποια πραγματικότητα διαφορετική από τον ίδιο. Ο Θεός δεν υπόκειται σε κανέναν εξαναγκασμό, ούτε εσωτερικό ούτε εξωτερικό.»]
Όλα αὐτὰ εἶναι σύστοιχα μὲ τὶς ἐσωτερικές ἀνάγκες τῆς ρωμαιοκαθολικῆς θεολογίας νὰ ἀπαντήσει στὶς προκλήσεις τοῦ Διαφωτισμοῦ, μὲ ἕνα τρόπο ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὶς ἀπολυτοποιήσεις καὶ τοὺς ἀφορισμοὺς τῆς Α΄ Βατικανῆς Συνόδου.Βέβαια τὸ θέμα τῆς ἀναγκαιότητας τῆς Θείας Οὐσίας ὡς ἀναγκαίας ἀγαθότητας εἶχε ἤδη τεθεῖ καὶ στὴν Α΄ Βατικανή, ἡ ὁποία ἔκανε λόγο γιὰ τὴν ἀπόλυτη ἐλευθερία τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει ερμηνευτικά περαιτέρω. Εξάλλου δὲν εἶχε ἐμφανιστεῖ τὸ ρεῦμα τοῦ ὑπαρξισμοῦ, τὸ ὁποῖο ἀναμφίβολα ἔθεσε σὲ κίνηση τὶς νέες ερμηνευτικές τάσεις που ἐξετάζονται. Γιὰ τὸ θέμα βλ. ΟΤT, L., Fundamentals of Catholic Dogma, μνημ. ἔργ., σελ. 83: "The Vatican Council declared that God 'with a will free from all necessity' (voluntate ab omni necessitate libera) executed the act of Creation (D 1783, 1805; c£ D 706). The Vatican defmition refers primarily to 'libertas contradictionis', which asserts that God had the choice of creating or of not creating. It is directed chiefly against Hermes, Gunther, and Rosmini, who maintained that the goodness of God imposed on Him a necessity to create". [Μετάφραση: «Η Βατικανή Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Θεός, “με θέλημα ελεύθερο από κάθε αναγκαιότητα” (voluntate ab omni necessitate libera), πραγματοποίησε την πράξη της δημιουργίας. Ο ορισμός της Βατικανής αναφέρεται πρωτίστως στη libertas contradictionis, η οποία δηλώνει ότι ο Θεός είχε την επιλογή είτε να δημιουργήσει είτε να μη δημιουργήσει. Στρέφεται κυρίως εναντίον των Hermes, Günther και Rosmini, οι οποίοι υποστήριζαν ότι η αγαθότητα του Θεού Του επέβαλλε την αναγκαιότητα να δημιουργήσει.»]
66. RAHNER, K., The content of faith: the best of Karl Rahner's theological writings, μνημ. ἔργ., σελ. 246-247. Πρβλ. καὶ σελ. 242-243 τοῦ ἴδιου ἔργου, "the calling of nations to reconciliation and community with God is not inferred from some metaphysical knowledge of God's necessary goodness but is the great mystery of God's free election (ἡ ὑπογράμμιση δική μας)... It is from this experience of God's free personal activity within history that the confession of God as creator of the world, simply speaking, also acquires its specific validity and clarity.... This God who acts in nature and in human history is one who acts freely. God manifests himself as person in his activity precisely by the fact that this activity is voluntary and free. Precisely because the activity even in his world arises from God's spontaneous resolution, which is not something given along with other ingredients in the original constitution of the world, its tendencies and finalities, it becomes clear that this active God is the God transcending natural and human worlds, that God's activity is not just another word for the world-process, that his will is not just another word for 'fate'. It is on the basis of a concrete experience of free irruptions into the historical course of the world, novel and unexpected and extrinsic to the world's immanent dynamism, that the people of the New Testament recognize God as a free, transcendent person". [Μετάφραση: «Η κλήση των εθνών σε συμφιλίωση και κοινωνία με τον Θεό δεν συνάγεται από κάποια μεταφυσική γνώση της αναγκαίας αγαθότητας του Θεού, αλλά αποτελεί το μεγάλο μυστήριο της ελεύθερης εκλογής του Θεού... Από αυτή την εμπειρία της ελεύθερης προσωπικής ενέργειας του Θεού μέσα στην ιστορία αποκτά επίσης την ιδιαίτερη εγκυρότητα και σαφήνειά της η ομολογία του Θεού ως δημιουργού του κόσμου. Αυτός ο Θεός, ο οποίος ενεργεί στη φύση και στην ανθρώπινη ιστορία, είναι εκείνος που ενεργεί ελεύθερα. Ο Θεός φανερώνει τον εαυτό Του ως πρόσωπο μέσα στην ενέργειά Του ακριβώς επειδή αυτή η ενέργεια είναι εκούσια και ελεύθερη. Ακριβώς επειδή η ενέργεια του Θεού μέσα στον κόσμο Του προέρχεται από την αυθόρμητη απόφασή Του, η οποία δεν αποτελεί δεδομένο στοιχείο μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία της αρχικής συγκρότησης του κόσμου, των τάσεων και των σκοπών του, καθίσταται σαφές ότι αυτός ο ενεργών Θεός είναι ο Θεός που υπερβαίνει τον φυσικό και τον ανθρώπινο κόσμο· ότι η ενέργεια του Θεού δεν είναι απλώς μια άλλη λέξη για την πορεία του κόσμου· ότι το θέλημά Του δεν είναι απλώς μια άλλη λέξη για τη “μοίρα”. Με βάση τη συγκεκριμένη εμπειρία ελεύθερων παρεμβάσεων στην ιστορική πορεία του κόσμου —νέων, απροσδόκητων και εξωτερικών προς την εσωτερική δυναμική του κόσμου— ο λαός της Καινής Διαθήκης αναγνωρίζει τον Θεό ως ελεύθερο και υπερβατικό πρόσωπο.»]
Βλ. καὶ SCOTT, M. S. M., "God as Person: Karl Barth and Karl Rahner on Divine and Human Personhood", Religious Studies and Theology, 25.2 (2006), σελ. 174. "God is he who acts freely by creating and saving the world without any internal or external necessity". [Μετάφραση: «Ο Θεός είναι εκείνος που ενεργεί ελεύθερα δημιουργώντας και σώζοντας τον κόσμο, χωρίς καμία εσωτερική ή εξωτερική αναγκαιότητα.»]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου