Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φλωρένσκυ - Ο στύλος και το εδραίωμα της αλήθειας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φλωρένσκυ - Ο στύλος και το εδραίωμα της αλήθειας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

IV. Τρίτη επιστολή: Η τριαδική ενότητα 1


IV. Τρίτη επιστολή: Η τριαδική ενότητα 1

Ιερέας Pavel Florenskij
Ο στύλος και το εδραίωμα της αλήθειας


Ο επιστήμονας, ο φιλόσοφος, ο θεολόγος, ο κληρικός, ο Ιερομάρτυρας!


Ο Πάβελ Αλεξάντροβιτς Φλωρένσκυ γεννήθηκε στις 9/22 Ιανουαρίου 1882 στην πόλη Γιεβλάχ του Καυκάσου.
Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο λύκειο του Τμπιλίσι (1893-1899), εν συνεχεία, και αναλόγως των ενδιαφερόντων που είχε αυτήν την εποχή, ο Φλωρένσκυ εισέρχεται στο Τμήμα Μαθηματικών του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας, στο οποίο σπούδασε κοντά στον καθηγητή Νικολάι Μπουγκάγιεφ (1837-1903) και μάλιστα έγινε φίλος με τον γιο του, τον ποιητή και θεωρητικό του ρωσικού συμβολισμού Αντρέι Μπέλι (1880-1934).

Η μνημειώδης διδακτορική διατριβή του με τίτλο «Στύλος και εδραίωμα της αληθείας. Δοκίμιο Ορθόδοξης θεοδικίας σε δώδεκα επιστολές», εξεδόθη σε πλήρη μορφή το 1914 και μεταφράστηκε στα γαλλικά ογδόντα χρόνια αργότερα (P. Florensky, La colonne et le fondement de la verité, trad. C. Andronikof, L’ Age d’ Homme, Lausanne 1994).

Το ογκώδες αυτό έργο, αν και χαρακτηρίστηκε ως «εν εκ των υπερόχων κατορθωμάτων της ρωσσικής θεολογικο-φιλοσοφικής σκέψεως εις τας αρχάς του κ’ αι.» (Γ. Τρόϊτσκυ, «Παύλος Αλεξάντροβιτς Φλορένσκυ» Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια τ. 11, Αθήναι 1967, στ. 1179), δέχθηκε κατά καιρούς αυστηρή και ίσως υπερβολική κριτική εκ μέρους των Ορθοδόξων. Εδώ θα προσθέσω ότι η διατριβή του Φλωρένσκυ παρουσιάζει, μεταξύ άλλων, και ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της επιχειρουμένης σύνδεσης των μαθηματικών (της θεωρίας των συνόλων) με τα θεολογικά ζητήματα (κυρίως με την πραγματικότητα του Θεού), γεγονός που είλκυσε την προσοχή δύο σπουδαίων Ρώσων μαθηματικών, του Ντμίτρι Εγκόροφ (1869-1931) και του Νικολάι Λούζιν (1883-1950).


IV. Τρίτη επιστολή: Η τριαδική ενότητα 1

«Τριάδα ομοούσια και αδιαίρετη, μονάδα τρισυπόστατη και συναΐδια» — να το μοναδικό σχήμα που υπόσχεται να άρει την ἐποχή, αν βέβαια είναι γενικά δυνατόν να ικανοποιηθεί το ερώτημα του σκεπτικισμού. Μόνο αυτό δεν θα το διέλυε ο πυρρωνισμός, αν το συναντούσε πραγματοποιημένο στην εμπειρία. Αν μπορεί γενικά να υπάρχει Αλήθεια, τότε αυτός είναι ο δρόμος προς αυτήν, και μάλιστα ο μοναδικός. Αν όμως είναι πράγματι βατός, αν δεν αποτελεί απλώς μια απαίτηση του λόγου — έστω αναγκαία και αναπόφευκτη για τον λόγο —, αυτό δεν είναι σαφές. Βρέθηκε η μοναδική δυνατή για τον λόγο ιδέα της αλήθειας· μήπως όμως κινδυνεύουμε να μείνουμε μόνο με μια ιδέα; Αυτό είναι το ερώτημα. Η Αλήθεια είναι αναμφίβολα αυτό που είπαμε γι’ αυτήν· αν όμως υπάρχει γενικά, δεν το γνωρίζουμε. Αυτό είναι το επόμενο ερώτημα που πρέπει να εξεταστεί. Αλλά, προτού προχωρήσω στην έρευνα του παρόντος ερωτήματός μας, θα εξηγήσω την ιδέα του Τρισυπόστατου Θεού — για την οποία μέχρι τώρα μιλούσαμε με φιλοσοφικούς όρους — στη γλώσσα της θεολογίας.

Η ιδέα της ομοουσιότητας, όπως είναι γνωστό, εκφράζεται με τον όρο ὁμοούσιος. Γύρω από αυτόν και εξαιτίας του διεξήχθησαν, στην ουσία, όλες οι τριαδολογικές έριδες. Το να εξετάσει κανείς προσεκτικά την ιστορία αυτών των αντιπαραθέσεων σημαίνει να επισκοπήσει όλα τα χρώματα και όλες τις αποχρώσεις με τις οποίες χρωματίστηκε η ιδέα της ομοουσιότητας. Μπορώ όμως να απαλλαγώ από αυτόν τον κόπο παραπέμποντας στις «Ιστορίες των δογματικών ερίδων». (55)

Όπως είναι γνωστό, ούτε η κοσμική εθνική γραμματεία ούτε η προ της Νικαίας εκκλησιαστική γραμματεία γνώριζαν τη διάκριση μεταξύ των λέξεων οὐσία και ὑπόστασις, οι οποίες αργότερα θεωρήθηκαν termini technici· στη φιλοσοφική χρήση των λέξεων, η οὐσία εξισωνόταν ανεπιφύλακτα με την ὑπόστασιν. Αυτό συνέβαινε ακόμη και τον 5ο αιώνα μ.Χ. Υπάρχει κάθε λόγος να πιστεύουμε ότι και οι πατέρες της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου δέχονταν τις λέξεις «υπόσταση» και «ουσία» ως ισοδύναμες και καθόλου δεν είχαν κατά νου τη διάκριση μεταξύ τους που εισήγαγε η μεταγενέστερη σκέψη. Ο άγιος Αθανάσιος ο Μέγας τις χρησιμοποιεί ως ισοδύναμες και, ακόμη και 35 χρόνια μετά τη Σύνοδο της Νικαίας, διαβεβαιώνει κατηγορηματικά σε μία από τις επιστολές του ότι «η υπόσταση είναι ουσία και δεν δηλώνει τίποτε άλλο παρά το ίδιο το ον». Στην ίδια βάση με τον Αθανάσιο στεκόταν και η παλαιότερη γενιά των υποστηρικτών της Νικαίας. (56) Και στα τέλη του 4ου αιώνα ο μακάριος Ιερώνυμος, σε επιστολή του προς τον πάπα Δάμασο, λέει ρητά ότι «η σχολή των κοσμικών γραμμάτων δεν γνωρίζει άλλη σημασία της λέξης υπόσταση παρά μόνο την ουσία (usian)». (57) Είναι όμως επίσης γνωστό ότι στη μεταγενέστερη θεολογία οι δύο όροι άρχισαν να διακρίνονται. Να διακρίνονται — ναι· είναι όμως διαφορετικοί ως προς το περιεχόμενο; Αναμφίβολα διακρίνονται ο ένας σε σχέση με τον άλλον, όπως το «δεξιό» διακρίνεται σε συσχετισμό με το «αριστερό» και το «αριστερό» με το «δεξιό». Αλλά — ρωτώ — είναι διαφορετικό το περιεχόμενό τους ανεξάρτητα από κάθε σχέση, καθ’ εαυτό; Είναι σωστός ο ισχυρισμός ότι ο ένας όρος — υπόσταση, ὑπόστασις — δηλώνει το ατομικό, ενώ ο άλλος — ουσία, οὐσία — το γενικό;


— Εδώ μπορεί καταρχάς να χρησιμεύσει ως απάντηση το γεγονός ότι επιλέχθηκε ένα ζεύγος λέξεων που συμπίπτουν από κάθε άποψη ως προς το περιεχόμενο. Γιατί συνέβη αυτό; Μόνο επειδή όσα δηλώνουν διαφέρουν λογικά μεταξύ τους αποκλειστικά κατά τη μεταξύ τους σχέση, αμοιβαία, αλλά όχι μέσα τους, όχι καθ’ εαυτά.

Αν επιτραπεί μια αδρή σύγκριση, τα περιεχόμενα των εξεταζόμενων όρων σχετίζονται μεταξύ τους όπως το αντικείμενο και το κατοπτρικό του είδωλο, όπως το ένα χέρι και το ταίρι του, όπως ένας δεξιόστροφος και ένας αριστερόστροφος κρύσταλλος κ.ο.κ. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η ουσιώδης διαφορά του ενός αντικειμένου από το άλλο γίνεται αντιληπτή με απόλυτη σαφήνεια, αλλά λογικά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί παρά μόνο μέσω αναφοράς στο άλλο αντικείμενο: στην αντίληψη δεν μας δίνεται το ίδιο πράγμα, αλλά όταν μας ρωτούν σε τι ακριβώς συνίσταται η διαφορά, δεν μπορούμε στην πράξη να αποφύγουμε την ταύτιση εκείνων που διαφέρουν και, από τυπική άποψη, αναγκαζόμαστε να αναγνωρίσουμε την ταυτότητά τους. (58)


Το ίδιο ισχύει και για τους όρους «υπόσταση» και «ουσία». Διότι η «ομοουσιότητα» σημαίνει τη συγκεκριμένη ενότητα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και καθόλου μια ενότητα απλώς κατ’ όνομα· το ὁμοούσιος στον Αθανάσιο και στους παλαιότερους υποστηρικτές της Νικαίας ισοδυναμεί ευθέως με το ἐκ οὐσίας τοῦ Πατρός. Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η ὑπόστασις — η προσωπική, θα λέγαμε, ουσία του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, εφόσον καθένας τους εξετάζεται χωριστά από τους άλλους —, χωρίς διόλου να συγχέεται με την άλλη ὑπόστασιν, είναι συγχρόνως αχώριστη από αυτήν. Αν, από ορολογική και τυπική άποψη, η λέξη ὑπόστασις έγινε κατ’ αρχήν διαφορετική από την οὐσίαν, ως προς το περιεχόμενο όμως, ως προς τη λογική της σημασία, η ὑπόστασις παραμένει απολύτως το ίδιο με την οὐσίαν. Ακριβώς σε αυτό εκφράστηκε το απροσμέτρητο μεγαλείο των πατέρων της Νικαίας: τόλμησαν να χρησιμοποιήσουν εκφράσεις απολύτως ταυτόσημες, νικώντας με την πίστη τη διάνοια και αποκτώντας, χάρη σε μια τολμηρή ανάταση, τη δύναμη να εκφράσουν, ακόμη και με καθαρά λεκτική σαφήνεια, το ανέκφραστο μυστήριο της Τριαδικότητας.

Από εδώ γίνεται κατανοητό ότι κάθε απόπειρα να οριοθετηθούν η οὐσία και η ὑπόστασις, να αποδοθεί σε καθεμία τους μια αυτοτελής λογική θέση, όχι αμοιβαία σχετική, έξω από το πλαίσιο του δόγματος, αναπόφευκτα θα οδηγούσε — και πράγματι οδήγησε — στον εξορθολογισμό του δόγματος, στην «κατάτμηση του Ατμήτου», (59) στον λεγόμενο τριθεϊσμό ή στην αίρεση των τριών θεών. Ήδη από την αρχαιότητα η κατηγορία του τριθεϊσμού αιωρείται πάνω από τα κεφάλια των Καππαδοκών. Ασφαλώς είναι άδικη· είναι όμως βαθιά σημαίνουσα. Ακόμη μεγαλύτερη απόκλιση προς τον ορθολογισμό χαρακτήρισε τους ομοιουσιανούς. Το ὁμοιούσιος, ή ὅμοιος κατ’ οὐσίαν, σημαίνει «τέτοιας ίδιας ουσίας», «με τέτοια ίδια ουσία», και, ακόμη κι αν του αποδιδόταν η σημασία ὅμοιος κατὰ πάντα, «όμοιος σε όλα», και πάλι δεν θα μπορούσε ποτέ να σημαίνει την αριθμητική, δηλαδή την κατά τον αριθμό και συγκεκριμένη ενότητα, την οποία δηλώνει το ὁμοούσιος.


Ολόκληρη η ισχύς του μυστηριώδους δόγματος εδραιώνεται μονομιάς με μία και μόνη λέξη, το ὁμοούσιος, που διακηρύχθηκε με πλήρη αυθεντία στη Σύνοδο των 318, επειδή μέσα σε αυτήν, μέσα σε αυτή τη λέξη, δηλώνονται τόσο η πραγματική ενότητα όσο και η επίσης πραγματική διαφορά. Δεν μπορεί κανείς να ανακαλεί χωρίς ρίγος ευλάβειας και ιερό δέος εκείνη τη στιγμή, απέραντα σημαντική και μοναδική ως προς τη φιλοσοφική και δογματική της σπουδαιότητα, όταν η βροντή του «Ὁμοούσιος» αντήχησε για πρώτη φορά πάνω από την Πόλη της Νίκης. Εδώ δεν επρόκειτο για κάποιο ειδικό θεολογικό ζήτημα, αλλά για τον ριζικό αυτοπροσδιορισμό της Εκκλησίας του Χριστού. Και με τη μία λέξη «ὁμοούσιος» εκφράστηκε όχι μόνο το χριστολογικό δόγμα, αλλά και η πνευματική αποτίμηση των διανοητικών νόμων της σκέψης. Εδώ η διάνοια δέχθηκε θανάσιμο πλήγμα. Εδώ διακηρύχθηκε για πρώτη φορά urbi et orbi μια νέα αρχή της δραστηριότητας του λόγου.

Ας θυμηθούμε, πράγματι, τι είναι ολόκληρη η χριστιανική αντίληψη της ζωής. Ανάπτυξη ενός μουσικού θέματος, το οποίο είναι το σύστημα των δογμάτων, η δογματική. Και τι είναι η δογματική; Το Σύμβολο της Πίστεως αναλυμένο στα επιμέρους μέρη του. Και τι είναι το Σύμβολο της Πίστεως; Τίποτε άλλο παρά η ανεπτυγμένη βαπτισματική διατύπωση: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Και αυτή η τελευταία είναι πια, αναμφίβολα, η ανάπτυξη της λέξης ὁμοούσιος. Το να θεωρήσουμε το πολύκλαδο και πλατύσκιο σιναπόδεντρο της χριστιανικής αντίληψης της ζωής ως τον ανεπτυγμένο σπόρο της ιδέας της «ομοουσιότητας» δεν αποτελεί απλώς μια λογική δυνατότητα. Όχι· ιστορικά, ακριβώς έτσι συνέβη. Ο όρος ὁμοούσιος εκφράζει αυτόν τον αντινομικό σπόρο της χριστιανικής αντίληψης της ζωής, αυτό το ένα όνομα — «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», και όχι «στα ονόματα» (60) — των Τριών Υποστάσεων. (61)

Εστία του ομοιουσιανού εξορθολογισμού υπήρξαν, σε σημαντικό βαθμό, οι φιλοσοφικές επιδιώξεις. Γι’ αυτό ο ασκητής και πνευματικός αγωνιστής Αθανάσιος ο Μέγας, ο οποίος επιπλέον, ίσως κατ’ άνωθεν ορισμό, δεν είχε λάβει φιλοσοφική παιδεία και, σε κάθε περίπτωση, είχε εσωτερικά αποκοπεί από καθετί που δεν προέρχεται από την πίστη, κατόρθωσε να εκφράσει με μαθηματική ακρίβεια εκείνο που διέφευγε την ακριβή έκφραση ακόμη και σε μεταγενέστερες εποχές από μορφωμένους νόες.

Και είναι αξιοσημείωτο πόσες προσπάθειες χρειάστηκε να καταβάλουν οι Καππαδόκες — οι οποίοι καμάρωναν για τα πανεπιστημιακά τους χρόνια! — για να αντισταθούν στη φιλοσοφική ορολογία που τους παρέσυρε προς τον τριθεϊσμό. «Η κοινότητα της φύσης (κοινωνία), σύμφωνα με το νόημα ολόκληρης της ορολογίας των Καππαδοκών», υποστηρίζει ο A. A. Spasskij, (62) «δεν δηλώνει ακόμη την πραγματική ύπαρξη της ουσίας και δεν εγγυάται την αριθμητική της ενότητα. Η φύση, τόσο στη Θεότητα όσο και στους ανθρώπους, μπορεί να είναι μία, αλλά βρίσκει τη συγκεκριμένη πραγμάτωσή της στις υποστάσεις».


Παρά αυτόν τον τριθεϊστικό τόνο των συγγραμμάτων τους, οι Καππαδόκες ήταν στην ψυχή τους απολύτως ορθόδοξοι, και είναι φανερό ότι η εσωτερική τους κατανόηση προχωρούσε ασύγκριτα πιο πέρα από τις ανακριβείς λέξεις. Σαν να διορθώνει τον εαυτό του, ο Μέγας Βασίλειος δηλώνει στην 38η επιστολή: «Μην απορείς αν λέμε ότι το ίδιο πράγμα είναι και ενωμένο και διαιρεμένο, και αν παρουσιάζουμε νοερά, σαν μέσα σε αίνιγμα, κάποια νέα και ασυνήθιστη διαίρεση ενωμένη και ένωση διαιρεμένη». (63) Και ο Γρηγόριος Νύσσης, στον Μεγάλο κατηχητικό λόγο του, τοποθετείται αποφασιστικά πάνω από τη διάνοια: «Όποιος εμβαθύνει με ακρίβεια στα βάθη του μυστηρίου, μολονότι συλλαμβάνει κάποια περιορισμένη, λόγω του ακατάληπτου, έννοια της θεογνωσίας, δεν μπορεί ωστόσο να αποσαφηνίσει με τον λόγο αυτό το ανέκφραστο βάθος του μυστηρίου: πώς το ίδιο πράγμα και αριθμείται και διαφεύγει την αρίθμηση, και θεωρείται διαιρεμένο και περικλείεται στη μονάδα, και διακρίνεται ως προς την υπόσταση και δεν διαιρείται ως προς το υποκείμενο». (64)

Σημειώσεις