Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Υποκείμενο και νεωτερικότητα - Οι Hegel, Nietzsche και Heidegger ερμηνευτές του Καρτέσιου (23)

 Συνέχεια από Σάββατο 24. Ιανουαρίου 2026

Υποκείμενο και νεωτερικότητα 23

Οι Hegel, Nietzsche και Heidegger ερμηνευτές του Καρτέσιου


Του Roberto Morani

4 Συμπεράσματα

4.1. Ο σύγχρονος Καρτέσιος

Ανάμεσα στις σπάνιες εκείνες σκέψεις που, αναγεννώμενες από αιώνα σε αιώνα, δεν παύουν να απαιτούν ερμηνεία — επειδή πρώτα απ’ όλα ασκούν πάνω μας μια ερμηνευτική — εκείνη του Καρτέσιου, ισχυρή χάρη στην αινιγματική της απλότητα, ταυτόχρονα φαινομενική και πραγματική, φθάνει στον πιο εσώτερο πυρήνα της σύγχρονης φιλοσοφίας, η οποία, σε ανταπόδοση, της επιτίθεται στα ζωντανά της έργα. (J.-L. Marion, Questions cartésiennes, PUF, Παρίσι 1991, σ. 154.)

Το ότι η αξιολόγηση του Marion σχετικά με την κυκλική σχέση που υφίσταται ανάμεσα στην κληρονομημένη από τον Καρτέσιο θεωρητική παρακαταθήκη και την αντιπαράθεση που εγκαθιδρύει μαζί της η ιδεατά σύγχρονη φιλοσοφία είναι ορθή, κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί στα προηγούμενα κεφάλαια: αν ο Καρτέσιος, χάρη στη δύναμη και την επικαιρότητα των ερωτημάτων του, υπερβαίνει τα όρια της εποχής του, αμφισβητεί την έμφυτη αυτάρκη τάση του παρόντος να αναδιπλώνεται στον εαυτό του, θέτει σε κρίση την υπερήφανη και ματαιόδοξη αυταρέσκεια, την αφελή αξίωση ότι δεν έχει πλέον τίποτε να διδαχθεί από μια σκέψη που ανήκει σε ένα παρελθόν δήθεν οριστικά ξεπερασμένο, ο Hegel, ο Nietzsche και ο Heidegger, εκκινώντας από τα ειδικά προβλήματα της δικής τους εποχής, στράφηκαν προς την καρτεσιανή κληρονομιά με τη συνείδηση της στειρότητας μιας καθαρά αρχαιογνωστικής προσέγγισης· ανέλαβαν εκ νέου, συζήτησαν, διόρθωσαν και επικαιροποίησαν τις διδασκαλίες της, θέτοντάς τες σε αλληλεπίδραση με τα άλυτα ερωτήματα του παρόντος. Αναγνωρίζοντας σε αυτή την κληρονομιά ένα διδασκαλικό κύρος που δεν ακυρώνεται από την ιστορική απόσταση, επιχείρησαν να επιδιορθώσουν και να μηδενίσουν τη χρονική τομή που τους χώριζε από τον Καρτέσιο, μέσω της πρόσληψης, της επεξεργασίας, της μεταμόρφωσης και της επαναξιολόγησης του εννοιολογικού του αποθέματος.

Κινούμενοι από την ιδέα ότι είναι ταυτόχρονα μεταγενέστεροι και κληρονόμοι του, οι τρεις φιλόσοφοι «πλουραλοποίησαν» τη σκέψη του Καρτέσιου και την επανέφεραν, πέρα από τις ίδιες τις προθέσεις του συγγραφέα, στη συστατική της ανοιχτότητα προς πολλαπλές γραμμές ανάπτυξης, ορισμένες από τις οποίες είχαν ήδη πραγματοποιηθεί, ενώ άλλες είχαν χαθεί, λησμονηθεί ή παραμείνει ανεξερεύνητες. Παρότι ο Γάλλος στοχαστής, στην επιστολή προς τον Mersenne του Μαρτίου 1642, διεκδικεί ρητώς τον συστηματικό, ενιαίο και οργανικό χαρακτήρα του ίδιου του δογματικού του corpus — «βλέπω ότι απατάται κανείς πολύ εύκολα ως προς όσα έχω γράψει· διότι, από τη στιγμή που η αλήθεια είναι αδιαίρετη, αφαιρώντας της έστω και το ελάχιστο ή προσθέτοντάς της κάτι, την καθιστά κανείς ψευδή» (AT III, 544/1625) — ο Hegel, ο Nietzsche και ο Heidegger, προκειμένου να αναδείξουν τη θεσμική του επικαιρότητα, αμφισβήτησαν τη φαινομενική μονολιθικότητά του, αποσύνθεσαν την απορηματική του ενότητα και ανέδειξαν τον πολυκεντρικό του χαρακτήρα. Δεν θεώρησαν, ωστόσο, τις εσωτερικές ρωγμές του καρτεσιανού συστήματος και τις αποκλίνουσες θεωρητικές του κατευθύνσεις ως ένα όριο που θα έπρεπε να καταγγελθεί στο όνομα ενός αφηρημένου ιδεώδους συνοχής· αντίθετα, σε αυτές διέκριναν το πιο προφανές σημάδι της ανεξάντλητης βαθύτητας, του πλούτου και της ζωτικότητάς του.

Η πιο εμφανής όψη των καρτεσιανών αναγνώσεων που εξετάστηκαν — και, από ορισμένες απόψεις, και το σημείο της μέγιστης σύγκλισής τους — συνίσταται ακριβώς στην επιβεβαίωση της πολυδιαστατικότητας, της πολικής δομής που κρύβεται κάτω από τη δηλωμένη συνοχή της καρτεσιανής φιλοσοφίας και που προοριζόταν αργότερα να εκραγεί. Έχει, λοιπόν, δίκιο ο Eugenio Garin όταν γράφει ότι: «η μεγάλη ιστορία του καρτεσιανισμού, εκείνη που αγγίζει τις κορυφές και ίσως τον ίδιο τον σκελετό του φιλοσοφικού διαλόγου από τον 17ο αιώνα έως εμάς, όχι λιγότερο από την ιστορία των ελασσόνων και των ελαχίστων, συνιστά ένα είδος ιδιότυπου «πειράματος», όπου, κάθε φορά, ένα θέμα ή μια όψη προκρίνεται, ενώ άλλες αφήνονται στη σκιά ή λησμονούνται. Η ανάγνωση γίνεται μια άσκηση επιλογών: εκείνων ακριβώς των επιλογών που ο Καρτέσιος δεν έκανε.»( E. Garin, Vita e opere di Cartesio, όπ. παρ., σ. 205. Προσεκτικός στις αποκλίνουσες διαδρομές που ενεργοποιούνται από τον καρτεσιανισμό και από τον Cogito ειδικότερα, ο Garin υπογραμμίζει την αντίφαση ανάμεσα στους σκοπούς της τέταρτης ενότητας του Discours, η οποία συνδέεται με την επιθυμία για ελευθερία, και σε εκείνους της έκτης, που στοχεύουν στην κυριαρχία επί της φύσης. Πρόκειται για την αντίθεση ανάμεσα σε ό,τι εξαρτάται από τον άνθρωπο και σε ό,τι δεν εξαρτάται από αυτόν, στην επίλυση του να αλλάζουμε τις ανθρώπινες επιθυμίες μάλλον παρά την τάξη του κόσμου, στη φιλοσοφία που προτείνει μια ευδαιμονική αυτάρκεια και σε μια φιλοσοφία που υπόσχεται «μια σχεδόν απεριόριστη εξουσία» επί των πραγμάτων. Όλες αυτές οι αντιφάσεις, καταλήγει ο Garin, αναδύονται ακριβώς τη στιγμή της μετάβασης από το τεχνικό επάγγελμα, από τον κυρίαρχο ενθουσιασμό που εγκαινιάζει το έκτο μέρος, στην ανάγκη της René, δηλαδή του ανθρώπου «κυρίου και κατόχου της φύσης», ο οποίος οφείλει να βρει τρόπους να συμφιλιώσει τη σοφία με τη δύναμη, τη φιλοσοφία με την τεχνική, και ίσως ακόμη να νικήσει τον θάνατο. Από την άλλη πλευρά, τα ιδανικά της αρχαίας σκέψης, που συνήθως διατυπώνονται ως απολύτως διαφορετικά από τα νεότερα, είναι παρόντα ήδη στο έργο του Descartes. Ανανεώνοντας, πράγματι, κατά μία έννοια, τον αρχαίο σκοπό της ανάγκης της αρετής, ο Descartes προτείνει έναν νέο τρόπο ζωής, στον οποίο η επιθυμία να «μάθει να ζει» (apprendre à vivre) έχει ως τελικό σκοπό την αύξηση της γνώσης της αναγκαιότητας (πρβλ. Cambier, Descartes et la morale, όπ. παρ., σ. 78).)

Η ανακάλυψη και η επιλογή, εντός της καρτεσιανής σκέψης, αντιθετικών εννοιολογικών κατευθύνσεων συνιστούν τις δύο θεμελιώδεις ερμηνευτικές πράξεις που επιτελούν ο Hegel, ο Nietzsche και ο Heidegger, και οι οποίες καθιστούν εφικτή την περαιτέρω κίνηση διάκρισης των αρνητικών και παρωχημένων στοιχείων από εκείνα τα φιλοσοφικώς γόνιμα, άξια επανάληψης, επανεξέτασης και αφομοίωσης στις δικές τους στοχαστικές πρακτικές. Εν ολίγοις, όπως εύστοχα έχει διατυπώσει ο Herbert Schnädelbach, οι μεταγενέστεροι επιχειρούν να υπερβούν τον Descartes μέσω του Descartes (Πρβλ. H. Schnädelbach, Descartes und das Projekt der Aufklärung, στο AA.VV., Descartes im Diskurs der Neuzeit, επιμ. W. F. Niebel, A. Horn, H. Schnädelbach, Suhrkamp, Φρανκφούρτη a.M. 2000, σσ. 186–206, ιδίως σ. 202), να αντιπαρατεθούν στις επιβλαβείς συνέπειες της κληρονομιάς του μέσω της αναζωογόνησης και της εκ νέου σκέψης ενός ή περισσότερων στιγμών της ίδιας της πολυμορφικής του συγκρότησης. Στις φιλοσοφίες του Hegel, του Nietzsche και του Heidegger, ο Καρτέσιος προβάλλει ως ένα πέρασμα ταυτόχρονα αναπόφευκτο και ανεπαρκές, ως αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την πραγματοποίηση των θεωρητικών τους σχεδίων, σύμφωνα με μια διάγνωση που είχε ήδη διατυπώσει ο Leibniz, όταν παρατηρούσε ότι «η καρτεσιανή φιλοσοφία είναι σαν το προθάλαμο της αλήθειας και ότι είναι δύσκολο να προχωρήσει κανείς πολύ παραπέρα χωρίς να έχει περάσει από εκεί· αλλά στερείται την αληθινή γνώση του βάθους των πραγμάτων όποιος σταματά σε αυτήν».( G. W. Leibniz, Die philosophischen Schriften, όπ. παρ., τ. IV, σ. 337)

Η πρώτη όψη της καρτεσιανής παρακαταθήκης που ο Hegel, ο Nietzsche και ο Heidegger έκριναν οριστικά ξεπερασμένη είναι ο διαχωρισμός αλήθειας και χρόνου, φιλοσοφίας και ιστορίας. Όταν ο Hegel επικρίνει την παράλογη αξίωση της philosophia perennis να ανακαλύψει μια άχρονη αλήθεια, απρόθυμη να μετρηθεί με τα προηγούμενα κεκτημένα και να αποδεχθεί ότι θα τεθεί εκ νέου υπό αμφισβήτηση από τα μελλοντικά (πρβλ. VGPh I, 35–36/27), ο στόχος του είναι πράγματι ο Καρτέσιος. Ο Heidegger, από την πλευρά του, απορρίπτει τον καρτεσιανό δυϊσμό επιστημονικής γνώσης και ιστορικής έρευνας ως έκφραση της υπεροχής της θεωρητικής στάσης, από την οποία απορρέει μια έννοια της αλήθειας διαμορφωμένη κατά το πρότυπο της άκαμπτης επιχειρηματολογίας της αριθμητικής και της γεωμετρίας, καθώς και του αφηρημένα καθαρού και απλού αντικειμένου των μαθηματικών. Η καρτεσιανή αδιαφορία για την ιστορία γεννά ένα αντιθετικό κίνημα και στον Nietzsche: ενώ ο Καρτέσιος παρομοιάζει το βλέμμα προς το παρελθόν με ένα αποσταθεροποιητικό ταξίδι που απειλεί να διακυβεύσει την προσωπική ταυτότητα, ο Nietzsche (Στο πρώτο μέρος του Λόγου περί της μεθόδου, ο Καρτέσιος δηλώνει ότι αφιερώθηκε «αρκετά μεγάλο διάστημα στις γλώσσες, καθώς και στην ανάγνωση των αρχαίων βιβλίων, των ιστοριών τους και των μύθων τους. Διότι το να συνομιλεί κανείς με ανθρώπους άλλων εποχών είναι σχεδόν σαν να ταξιδεύει. Είναι καλό να γνωρίζει κανείς κάτι από τα έθιμα άλλων λαών, ώστε να κρίνει καλύτερα τα δικά μας, αντί να θεωρεί γελοίο και παράλογο ό,τι αντιτίθεται στις συνήθειές μας, όπως συνηθίζουν όσοι δεν έχουν δει τίποτε. Αλλά, αν περάσει κανείς υπερβολικά πολύ χρόνο ταξιδεύοντας, καταλήγει να γίνεται ξένος στον ίδιο του τον τόπο· και όταν είναι υπερβολικά περίεργος για όσα συνέβαιναν στους περασμένους αιώνες, μένει τις περισσότερες φορές στο σκοτάδι ως προς ό,τι γίνεται σήμερα» (AT VI, 6/295).), στις Γνώμες και γνωμικά διάφορα, και ειδικότερα στο απόφθεγμα 223 με τίτλο Προς ποιον σκοπό πρέπει να ταξιδεύει κανείς;, επισημαίνει ότι η άμεση αυτοπαρατήρηση δεν αρκεί «για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας: χρειαζόμαστε την ιστορία, διότι το παρελθόν συνεχίζει να ρέει μέσα μας σε εκατό κύματα· εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε παρά ό,τι σε κάθε στιγμή αισθανόμαστε από αυτή τη ροή» (KSA 2, 477/87). (Στρωματωμένη στις διαφορετικές ιστορικές εποχές που διατηρούνται και συνυπάρχουν στην ασυνείδητη μνήμη, η ατομική ταυτότητα δεν εμφανίζεται πλέον ως δεδομένη και εγγυημένη a priori, όπως στον Καρτέσιο, αλλά ως ανασυγκροτούμενη a posteriori από την αναμνηστική κίνηση, η οποία επανενώνει και επαναπροσεταιρίζεται τις πολλαπλές ιστορικο-ψυχολογικές συνιστώσες.

Αφού παραθέτει το ρητό ότι, για να κατανοήσει κανείς την ιστορία, πρέπει να ταξιδεύει και να επισκέπτεται τα ζωντανά κατάλοιπα του παρελθόντος, τα μνημεία, ο Nietzsche υπαινίσσεται μια τέχνη και έναν σκοπό «του πιο λεπτού ταξιδεύειν, που καθιστούν περιττό το να μεταβαίνει κανείς πάντοτε από τόπο σε τόπο και να διανύει χιλιάδες μίλια. Πολύ πιθανόν οι τελευταίοι τρεις αιώνες να επιβιώνουν ακόμη, σε όλες τις αποχρώσεις και τις πολιτισμικές τους διαθλάσεις, και στη δική μας γειτνίαση· αρκεί να ανακαλυφθούν. Σε πολλές οικογένειες, μάλιστα σε μεμονωμένα άτομα, τα στρώματα κείνται ακόμη το ένα πάνω στο άλλο με τρόπο ωραίο και προφανή· αλλού υπάρχουν ρωγμές του βράχου δυσκολότερες στην κατανόηση. […] Όποιος, έπειτα από μακρά άσκηση σε αυτή την τέχνη του ταξιδεύειν, έχει γίνει ένας Άργος με εκατό μάτια, θα συνοδεύει παντού το sein Ich — θέλω να πω το εγώ του — και θα το ανακαλύπτει εκ νέου, στην Αίγυπτο και στην Ελλάδα, στο Βυζάντιο και στη Ρώμη, στη Γαλλία και στη Γερμανία, στον χρόνο των νομαδικών λαών ή των εγκατεστημένων, στην Αναγέννηση και στη Μεταρρύθμιση, στην πατρίδα και στο εξωτερικό, […] τις ταξιδιωτικές περιπέτειες αυτού του γινόμενου και μεταβαλλόμενου εγώ» (KSA 2, 477–478/87–88).

Στην ανάλυση αυτού του αποσπάσματος είναι αφιερωμένο το σημαντικό δοκίμιο του Giuliano Campioni, «Verso qual meta si deve viaggiare», Lettura dell’aforisma 223 da Opinioni e sentenze diverse di Friedrich Nietzsche, στο AA.VV., La “biblioteca ideale” di Nietzsche, όπ. παρ., σσ. 131–152.)

Η δεύτερη όψη που είναι κοινή στις κριτικές που ασκούν ο Hegel, ο Nietzsche και ο Heidegger στον Cartesio αφορά τον χαρακτήρα της άμεσης βεβαιότητας που αυτός αποδίδει στο επιχείρημα του cogito. Αν ο Hegel εντοπίζει τις συνθήκες δυνατότητας της καρτεσιανής αρχής στην ταύτιση του cogitare με τη conscientia και στον περιορισμό του εγώ στη συνείδηση που συνοδεύει τις πολλαπλές του δραστηριότητες, ο Nietzsche, αντιθέτως, αρνείται στο cogito την ιδιότητα ενός «γεγονότος» αναμφισβήτητα διαπιστωμένου και άμεσα βιωμένου, θεωρώντας το ένα θεωρητικό κατασκεύασμα, μια εσφαλμένη ερμηνεία, διαμεσολαβημένη από την αφελή πίστη στη γλώσσα και από την αποδοχή των νοητικών προσδιορισμών που μεταδόθηκαν από την πλατωνικοχριστιανική μεταφυσική· ο Heidegger, τέλος, διακρίνει στην καρτεσιανή βεβαιότητα την οχληρή παρουσία της Sorge um die erkannte Erkenntnis, η οποία εγκαταλείπει την «αληθειολογική» (aletheiologisch) σημασία της αλήθειας, αρκείται σε μια τελικώς βέβαιη και απολύτως αδιαμφισβήτητη πρόταση και προσφέρει στο Dasein τη δυνατότητα να διαφύγει από το άγχος απέναντι στην Unheimlichkeit. Σε δεύτερο χρόνο, ο Heidegger διαψεύδει την καρτεσιανή αξίωση ότι με το cogito ανακαλύφθηκε ένα πρωταρχικό δεδομένο και μια πρώτη ενάργεια, δείχνοντας ότι το υποκείμενο χωρίς κόσμο συνιστά μάλλον ένα παράγωγο και δευτερογενές φαινόμενο, προερχόμενο από τη διάλυση της ενιαίας δομής του In-der-Welt-sein.

Υπάρχει, ωστόσο, και ένα τρίτο σημείο που ενώνει την pars destruens των αναγνώσεων του Hegel, του Nietzsche και του Heidegger, το οποίο αφορά την αποπραγμάτωση (decosalizzazione) του καρτεσιανού υποκειμένου: αν ο Hegel και ο πρώιμος Heidegger καταγγέλλουν την ουσιοκρατική παλινδρόμηση του ego cogito στη res cogitans, αναγνωρίζοντας στην cosa pensante αντιστοίχως ένα μεταφυσικό προ-κατάλημμα και την έννοια που αντιστοιχεί παραδειγματικά στην τάση του Dasein να ερμηνεύει τον εαυτό του με αφετηρία τον κόσμο για τον οποίο μεριμνά, ο Nietzsche αναγάγει την κριτική του ακόμη πιο πίσω, μέχρι το ίδιο το «io penso», διακρίνοντας στη σύλληψή του τη μοιραία σύμπραξη των γραμματικών προκαταλήψεων που διατρέχουν ολόκληρη τη μετασωκρατική σκέψη και οι οποίες συνεπάγονται τη μετατροπή των πράξεων σε κατηγορήματα του υποκειμένου-υποστρώματος, σε ιδιότητες της ουσίας.

Περνώντας στην αξιολόγηση της pars construens των ερμηνειών του Hegel, του Nietzsche και του Heidegger, δηλαδή των κινήσεων επανοικειοποίησης που ενεργοποιούνται έναντι του Cartesio, εντυπωσιάζει το γεγονός ότι οι πορείες τους αποκλίνουν σε μεγάλο βαθμό, ή, ακριβέστερα, ότι τόσο οι επιδιωκόμενοι στόχοι όσο και τα σημεία της καρτεσιανής σκέψης που ανακτώνται και επανεξετάζονται εμφανίζονται εξαιρετικά αντιθετικά. Ο Hegel και ο Heidegger —τουλάχιστον μέχρι το Sein und Zeit— επενδύουν, έστω με διαφορετικό τρόπο, στην αποδυνάμωση του υποκειμένου, στον μετριασμό των ολικών του αξιώσεων, στην ανάγκη αναθεώρησης και τροποποίησης της ταυτοτικής, συνειδησιακής και σολιψιστικής του συγκρότησης. Διακρίνοντας στην Τρίτη Meditazione μια φυγόκεντρη κίνηση προσανατολισμένη από το υποκείμενο προς την ουσία και την προεικόνιση της διαδικασίας της Erinnerung, ο Hegel κρίνει τον Cartesio ως τον ασυνείδητο ανακαλυπτή της ετερότητας του ασυνειδήτου και ως τον προάγγελο της δομής του wahrhaftes Gewissen. Στη μαρμπουργιανή περίοδο της φιλοσοφικής του παραγωγής, ο Heidegger, αντίθετα, στηρίζεται στο cogito, ανακαλύπτοντας στις πτυχές του την προεικόνιση των υπαρξιακών προσδιορισμών (Existenziale) του Dasein, όπως το Sich-mit-haben, το In-der-Welt-sein, το Sein zum Tode και η Jemeinigkeit, δηλαδή τις οντολογικές καθορίσεις μιας υποκειμενικότητας μη υποκειμενιστικής, ανοιχτής στον κόσμο και στο είναι.

Η νιτσεϊκή επιχείρηση της Entsubstanzialisierung, αντίθετα, αποδεικνύεται λειτουργική για την απολυτοποίηση του υποκειμένου, το οποίο, έχοντας επανοικειοποιηθεί κάθε μορφή σταθερότητας και μονιμότητας, ανακαλύπτει τον εαυτό του ως τον κάτοχο της τάξης του κόσμου και ως τον έσχατο λόγο του Θεού, ανάγοντας στη δική του άνευ όρων βούληση τη δυνατότητα να προσδώσει νόημα στη γη. Με τον Nietzsche, το υποκείμενο ανέρχεται οριστικά στον ρόλο που παραδοσιακά επιτελούσε η ουσία: καθίσταται πλήρως ανεξάρτητο από οτιδήποτε άλλο, διεκδικεί την οντολογική του αυτάρκεια χωρίς πλέον ανάγκη μεταφυσικών προστασιών ή διαβεβαιώσεων, και αναγνωρίζει στον Θεό της χριστιανικής υπερβατικότητας την εχθρική αρχή που περιορίζει εξωτερικά την αυτοπραγμάτωσή του και την ελευθερία του, αφαιρεί ζωτικό χώρο από την αυτονομία του και τον εμποδίζει να αναδειχθεί πλήρως σε κύριο της φύσης και άρχοντα του κόσμου.

Με αφετηρία αυτές τις θεωρητικές συντεταγμένες, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Nietzsche, στην τελική φάση του Denkweg, επαινεί «τις μάχες του Cartesio εναντίον της φύσης», κρίνοντάς τες ως το σημείο εκκίνησης της διαδικασίας αντικειμενοποίησης και επίθεσης κατά της πραγματικότητας. Στην εικόνα των «κυρίων της γης», στη βούληση των οποίων ανατίθεται το «μεγάλο καθήκον» να απαντήσουν επιτέλους μόνοι τους στο ερώτημα «πώς πρέπει να διοικείται η γη ως όλο;» (KSA 11, 37[8]), διακρίνεται έντονα η επανάληψη και η ριζοσπαστικοποίηση της παραγωγιστικής οπτικής του Cartesio, ο οποίος είχε καταστήσει —ή τουλάχιστον επρόκειτο να καταστήσει— τον άνθρωπο κύριο και δεσπότη της φύσης.

Η διαφορά ανάμεσα στην αρχή και στο τέλος της νεωτερικότητας συνίσταται στη συνειδητοποίηση, εκ μέρους του νιτσεϊκού υποκειμένου, της ανάγκης —προκειμένου να στεφθεί το κατακτητικό και ολοκληρωτικό του εγχείρημα— να απελευθερωθεί από την καρτεσιανή σύλληψη του homo creatura, δηλαδή του ανθρώπου ως πλάσματος εξαρτημένου από τον Θεό ακόμη και ως προς την εξουσία που ασκεί επί των πραγμάτων· ένας προσδιορισμός προορισμένος να προκαλέσει την εξέγερση του ανθρώπου, ο οποίος καθίσταται ολοένα και περισσότερο αποφασισμένος να ασκήσει άμεσα, επιτέλους χωρίς αναθέσεις, την κυριαρχία επί του κόσμου. Εμφανίζεται, άλλωστε, ως συμπτωματικό το γεγονός ότι, πολύ πριν διακηρυχθεί από τη φεϋερμπαχιανή ανθρωπολογία, η αναστροφή της υπερβατικότητας σε εμμένεια αναγγέλλεται ήδη εντός του χριστιανικού πλαισίου, και συγκεκριμένα από τον Martin Lutero: «Non potest homo naturaliter velle Deum esse Deum, immo vellet se esse Deum et Deum non esse Deum» (Ο άνθρωπος δεν μπορεί εκ φύσεως να θέλει ο Θεός να είναι Θεός· αντίθετα, θα ήθελε ο ίδιος να είναι Θεός και ο Θεός να μην είναι Θεός). (Παραθέτω από H. Blumenberg, Die Legitimität der Neuzeit, όπ. παρ., σ. 203· ελλ. μτφρ. Η νομιμότητα του νεωτερικού, όπ. παρ., σσ. 188–189.)

Ένα από τα πλέον εντυπωσιακά στοιχεία που αναδείχθηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια συνίσταται στο γεγονός ότι, όσο κι αν αποκλίνουν αισθητά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν φαίνεται να στοχεύουν στην κατανόηση του ίδιου συγγραφέα, οι αναγνώσεις του Hegel, του Nietzsche και του Heidegger επανενεργοποιούν δυνατότητες εγγεγραμμένες στο ίδιο το καρτεσιανό σκέπτεσθαι, και προτείνονται ως ισάριθμες αναπτύξεις ενός έργου εγγενώς ατελούς, ανοιχτού στο μέλλον της ερμηνείας και εγκύμονος της ιστορίας που έρχεται. Για να κατανοήσει κανείς τον δυναμικό χαρακτήρα του καρτεσιανού κειμένου, για να συλλάβει πώς το νόημά του δεν έχει παγιωθεί άπαξ διά παντός αλλά θεσπίζεται εκ νέου σε κάθε συνάντηση με το παρόν, μπορεί να ανατρέξει ωφέλιμα στη θεωρία της αντικειμενικής ερμηνείας που διατύπωσε ο Paul Ricoeur, η οποία αποδίδει στην πράξη της Auslegung το καθεστώς πράξης του κειμένου και όχι επί του κειμένου, δηλαδή τον χαρακτήρα της «επανάληψης ακριβώς εκείνου που βρίσκεται εν ενεργεία, σε εργασία, υπό εργασία —δηλαδή σε κύηση νοήματος— μέσα στο κείμενο. Ο λόγος του ερμηνευτή είναι ένα ξανα-λέγειν που επανενεργοποιεί το λέγειν του κειμένου».( P. Ricoeur, Qu’est-ce qu’un texte?, στο ίδιος, Du texte à l’action. Essais d’herméneutique II, Seuil, Παρίσι 1986, σσ. 153–178, ιδίως σ. 178· ελλ. μτφρ. Τι είναι ένα κείμενο;, στο Από το κείμενο στη δράση. Δοκίμια ερμηνευτικής, επιμ. G. Zampa, Jaca Book, Μιλάνο 1989, σσ. 133–154, σ. 154.)

Ότι η καρτεσιανή σκέψη συνιστά έναν χώρο όπου διασταυρώνονται και από τον οποίο εκκινούν διαφορετικά μονοπάτια, το διαπιστώσαμε αναφορικά με τη φοβερή υπόθεση του me solum esse in mundo (ότι εγώ μόνος υπάρχω στον κόσμο), με τη σολιψιστική απειλή που, στην Τρίτη Meditatio, επικρέμαται πάνω από το υποκείμενο κατά τη διάρκεια της απόδειξης της ύπαρξης του υπόλοιπου όντος. Πολύ πέρα από την αυτοερμηνεία του ίδιου του Cartesio, από αυτό το χωρίο αναβλύζουν οι διαφορετικές προοπτικές του Hegel και του Nietzsche σχετικά με την ετεροκεντρική ή αυτοκεντρωμένη δομή του υποκειμένου, σχετικά με την κίνηση από το υποκείμενο προς την ουσία ή με την αντίστροφη, αντιθετική κίνηση από την ουσία προς το υποκείμενο: δύο αποκλίνουσες εκβάσεις, ασφαλώς, αλλά αμφότερες ανταποκρινόμενες σε δύο συστατικές δυνατότητες του κειμένου του Γάλλου φιλοσόφου.

Η ερμηνευτική κατηγορία του «καρτεσιανισμού» παύει έτσι να αποτελεί την υποτιμητική ετικέτα με την οποία εκκαθαρίζεται βιαστικά η νεότερη σκέψη. Ο καρτεσιανισμός αποκαλύπτει τις πολλαπλές του όψεις, εμφανίζεται ως ένα είδος δίμορφου Ιανού που παραπέμπει στη θεμελίωση δύο διαφορετικών μορφών του υποκειμένου και δύο ανταγωνιστικών δυναμικών της Neuzeit. Μόνον ο Heidegger, μετά το Είναι και Χρόνος, αποδεσμεύεται από την καρτεσιανή κληρονομιά, διακρίνοντας σε αυτήν την απαρχή της ανθρωποκεντρικής νόσου που διατρέχει και χαρακτηρίζει τη νεότερη εποχή, αναγνωρίζοντας σε αυτήν το Ausgangspunkt της διαδικασίας της «μεταφυσικής της υποκειμενικότητας», η οποία κατευθύνεται τελεολογικά προς τη βαθμιαία ανάπτυξη και πραγμάτωση της βούλησης για δύναμη.

Τα κίνητρα της χαϊντεγκεριανής καταγγελίας της καρτεσιανής ηγεμονίας οφείλουν ασφαλώς να γίνουν δεκτά και να συμμερισθούν, διότι η θεωρητική συνάφεια που συνδέει το cogito με το Wille zur Macht αντιστοιχεί στην κυρίαρχη γραμμή της νεωτερικότητας. (Για τον οργανικό δεσμό που ο Heidegger εντοπίζει ανάμεσα στον Cartesio και τον Nietzsche, ας ιδωθεί ένα υποδειγματικό χωρίο από το δοκίμιο για τον Ευρωπαϊκό Μηδενισμό:  «Η εποχή που ονομάζουμε νεότερη εποχή, και στην ολοκλήρωση της οποίας η δυτική ιστορία αρχίζει τώρα να εισέρχεται, καθορίζεται από το γεγονός ότι ο άνθρωπος καθίσταται μέτρο και κέντρο του όντος. Ο άνθρωπος είναι εκείνο που βρίσκεται στο θεμέλιο κάθε όντος, δηλαδή —με τους όρους της νεότερης εποχής— εκείνο που βρίσκεται στο θεμέλιο κάθε αντικειμενοποίησης και αναπαραστασιμότητας, το subiectum. Όσο καθαρά κι αν στρέφεται διαρκώς ο Nietzsche εναντίον του Descartes, του οποίου η φιλοσοφία αποτελεί τη θεμελίωση της νεότερης μεταφυσικής, το πράττει μόνο επειδή ο Descartes δεν έχει ακόμη θέσει τον άνθρωπο με επαρκώς πλήρη και αποφασιστικό τρόπο ως subiectum. Η αναπαράσταση του subiectum ως ego, ως “εγώ”, δηλαδή η “εγωιστική” ερμηνεία του subiectum, δεν είναι για τον Nietzsche ακόμη αρκετά υποκειμενιστική. Μόνον στη διδασκαλία του υπερανθρώπου, ως διδασκαλία της άνευ όρων υπεροχής του ανθρώπου εντός του όντος, η νεότερη μεταφυσική φθάνει στον έσχατο και πλήρη προσδιορισμό της ουσίας της. Σε αυτή τη διδασκαλία ο Descartes γιορτάζει τον ύψιστο θρίαμβό του». (GA 6.2, 51/587–588))

Ωστόσο, το τίμημα που καταβάλλεται ενόψει της οικοδόμησης της Seinsgeschichte και της υπέρβασης της μεταφυσικής της υποκειμενικότητας φαίνεται υπερβολικά υψηλό: ο Nietzsche, πράγματι, καταλήγει να πιστοποιείται ως ο μοναδικός νόμιμος ερμηνευτής της ιστορίας της δυτικής μεταφυσικής, και ειδικότερα της νεότερης φάσης της.

Ο Heidegger επαναλαμβάνει τη νιτσεϊκή επιχείρηση αναγωγής στη βούληση για δύναμη ως αμνημόνευτη αλήθεια και ως λόγο ύπαρξης των πρώτων αρχών που εμφανίστηκαν διαδοχικά στη φιλοσοφική σκηνή από τους Έλληνες έως το παρόν, περιοριζόμενος στο να αντιστρέψει το πρόσημό της, καταγγέλλοντας την οργανική της ένταξη στην ίδια την παράδοση που, απατηλά, φιλοδοξεί να υπερβεί.

Παρά το τεράστιο πλεονέκτημα της αποκάλυψης του δεσποτικού προσώπου της νεωτερικότητας, ο Heidegger παραμένει, απέναντι στη Neuzeit, αιχμάλωτος του μύθου του ενός, της φιλοδοξίας να αναχθεί ένα εγγενώς σύνθετο φαινόμενο σε ένα ενιαίο θεμέλιο. Από αυτό απορρέει η απόκρυψη των λόγων του νεωτερικού, δηλαδή της κίνησης που έχει ως πρωταγωνιστή μια αποκεντρωμένη υποκειμενικότητα, καθώς και η απώλεια της αμφίσημης συγκρότησης της Neuzeit. Δεσμευμένη να προβάλλει πάνω στο ιστορικό γίγνεσθαι τη σφραγίδα της αναγκαιότητας και να απομακρύνει από αυτό τη σφραγίδα της δυνατότητας, η χαϊντεγκεριανή κατασκευή της Seinsgeschichte προδίδει την βαθύτερη αρχή του Είναι και Χρόνος:
«Υψηλότερη από την πραγματικότητα στέκει η δυνατότητα» (SZ, 38).

Συνεχίζεται

"Εμείς μπορούμε να ορίζουμε πια τι είναι αλήθεια και τι ψέμα".

 

Από Andrea Reos
Όσο κι αν προσπαθεί αυτή η εικόνα να νοηματοδοτήσει το ακριβώς αντίθετο (δηλαδή να περάσει ένα αντιρατσιστικό μήνυμα)
είναι ουσιαστικά η επιτομή του ρατσισμού.
Είναι ρατσιστική ενάντια, σε αυτό που η WOKE θεωρεί κακέκτυπο στερεότυπο υπόδειγμα, δηλαδή αυτό του "λευκού, άνδρα, χριστιανού".

Η ''όμορφη'' μαύρη είναι η "ωραία Ελένη" από τη νέα ταινία της Τροίας του Κρίστοφερ Νόλαν.

Φυσικά δεν είναι η παραποίηση της ιστορικής αλήθειας (μόνο), αυτό που προκαλεί αντίδραση, αλλά κάτι πιο βαθύ, δηλαδή η αναθεώρηση της αλήθειας, όχι απλώς μια νέα υποκειμενική ερμηνεία της πραγματικότητας (κάτι που πάντα είναι θεμιτό σε οποιαδήποτε ιστορική αναφορά), αλλά η εισαγωγή μιας νέας "αντικειμενικής" πραγματικότητας.
Τίποτε δεν είναι αντικειμενικά αληθές. Δεν υπάρχει σωστό ή λάθος. Όλα μπορούν αναθεωρηθούν και να προσαρμοστούν στο ηγεμονεύον ιδεολογικό αφήγημα. Δεν προσαρμόζεται αυτό στην πραγματικότητα, αλλά αντίστροφα, η πραγματικότητα σε αυτό.
"Εμείς μπορούμε να ορίζουμε πια τι είναι αλήθεια και τι ψέμα".
Εφόσον όμως δεν υπάρχει πια αλήθεια και ψέμα, τo επόμενο βήμα, θα είναι μοιραία, ότι δεν υπάρχει δίκιο κι άδικο.
Η WOKE καταπολεμά δια ροπάλου παραδοσιακές ιστορικές αφηγήσεις. Αυτές συνιστούν ανάχωμα στη διάδωση της ατζέντας της. Θεωρεί ότι η ιστορία δεν είναι "αποκλειστική". Δεν εισάγει νέες ιστορικές ερμηνείες, αλλά νέα ιστορικά γεγονότα.
Αυτό το νέα εργαλείο συσκότισης είναι στοιχειώδους σημασίας για την επικράτηση της ιδεολογίας της.
Διότι η "αποκλειστική" ανάγνωση της ιστορίας ενσωματώνει
μοιραία ιστορικούς κοινωνικούς ρόλους και παραδοσιακές αξίες, που με τη σειρά τους αναπαράγουν τα στερεότυπα της πατριαρχίας, της υπερηφάνειας του έθνους, του ηρωισμού και τέλος της ανωτερότητας της φυλής.
Άρα η "αποκλειστικότητα" της ιστορίας μ.α., δε δύναται να συνυπάρξει με την πολυπολιτισμικότητα, καθώς και την αναγνώριση και ισότητα "μειονοτήτων".
Η WOKE εστιάζει το κέντρο βάρους της ιδεολογίας της στις ταυτότητες ομάδων και "μειονοτήτων", με βάση κυρίως φυλετικά, έμφυλα και σεξουαλικά κριτήρια.
Θεωρεί δε (με ένα άλμα λογικής), ότι η "μειονότητα" έχει μεγαλύτερη ηθική βαρύτητα από την πλειονότητα, διότι αδικείται από τη δεύτερη. Αυτή η "αδικία" διεκδικεί αντιστροφή του δημοκρατικού αξιώματος της αρχής της πλειοψηφίας. Δηλαδή, η εφαρμογή της αρχής της πλειοψηφίας θεωρείται ανήθικη!
Δηλαδή το βασικό τους αξίωμα είναι ότι, "εφόσον η πλειοψηφία είναι άδικη, είναι και αντιδημοκρατική."
Έτσι ο κίνδυνος για τη Δημοκρατία είναι προφανής, αλλά και υφέρπων.
Ο πολίτης χάνει την ηθική του αυτονομία και ηθική του ελευθερία, υποτάσσει δηλαδή τη συνείδησή του στην κοινωνική πίεση των ομάδων και "μειονοτήτων, η ηθική κρίση της κοινωνίας μεταβιβάζεται στα ηθικά standards των ομάδων και κοινωνικών συντεχνιών και υποχρεούται να προσαρμοστεί και να υποταχθεί σε αυτά.
Όλες οι συλλογικές δράσεις, η λήψη αποφάσεων, η κοινωνική ευθύνη, η δημοκρατική συμμετοχή, το κοινό συμφέρον, οφείλουν να αναθεωρήσουν το σημείο αναφοράς και να το μεταβιβάσουν από την κοινωνία στη "μειονότητα".
"Θα σκέφτεσαι και θα λειτουργείς όπως η μειονότητα και θα εκπροσωπείς τη μειονότητα για το συμφέρον της μειονότητας."
Η έννοια της κοινωνίας λοιπόν, μεταστρέφεται από άθροισμα πολιτών, σε άθροισμα μειονοτήτων. Ο πολίτης δεν έχει δημοκρατική υπόσταση, αν δεν έχει μειονοτική αντίληψη.
Η κοινωνία συνεπώς, καθίσταται ανάξιο σημείο αναφοράς οργάνωσης της Δημοκρατίας, εφόσον δε νοηματοδοτεί την ύπαρξή της μέσα από την υποταγή στις κοινωνικές συντεχνίες, δε φιλτράρει τις προτεραιότητές της μέσα από τις απαιτήσεις των ομάδων και τέλος, δεν αφομοιώνει το αφήγημα των μειονοτήτων.
Σύμφωνα με τη WOKE λοιπόν, η ιστορική "αποκλειστικότητα" παράγει ταυτότητες αλλότριες και εχθρικές σε αυτές που προωθεί η ίδια.
Η εθνική ταυτότητα, δηλαδή, (παράγωγα της οποίας είναι η πατριαρχία, η "ανωτερότητα" της λευκής φυλής, της φαλλοκρατίας κοκ), εδράζεται μ.α. στην αντίληψη μιας κοινής ιστορίας.
Δηλαδή, στη συνειδητότητα της ιστορικής συνέχειας,
στην κοινή ιστορική μνήμη,
στη συλλογική ιστορική υπαρξιακή νοηματοδότηση,
στον "θρύλο", με την έννοια όμως της συμβολικής ερμηνείας της αλήθειας, ως παράγοντας συνοχής και έμπνευσης για συνοχή ενός Λαού.
Αναγκαστικά λοιπόν, αυτή η "εθνική ταυτότητα", οφείλει να αναθεωρηθεί, να υπονομευθεί και τέλος να αντικατασταθεί, ως κοινωνικά εχθρική, απέναντι στις ταυτότητες των "μειονοτήτων" (έμφυλη, σεξουαλική, φυλετική κοκ).
Συνεπώς η αφετηρία της είναι και άκρως συγκρουσιακή, επενδύει στην κοινωνική πόλωση ή οδηγεί στην κοινωνική πόλωση (πράγμα που βλέπει και ως ευκαιριακό υποπαράγωγο της διάσπασης και διαβολής του έθνους), αλλά δε δύναται να είναι συγκρουσιακή, αν δεν είναι ταυτόχρονα, τόσο αντιφατική, όσο και αντιδημοκρατική.
Το τέχνασμα είναι ότι καταστρατηγεί τη Δημοκρατία, όχι αμφισβητώντας τη σημασία της Δημοκρατίας, αλλά αντίθετα, αναθεωρώντας τον ίδιο τον ορισμό και τις αρχές της, προπαγανδίζοντας τη μετεξέλιξή της στη μεταμοντέρνα μετακοινωνία.
Το τέλος θα είναι κοινωνίες χωρίς κοινωνική συνοχή, χωρίς κοινά και συλλογικά σημεία αναφοράς, χωρίς ψυχικά και συνεκτικά εφόδια ενάντια σε κρίσεις και κινδύνους. Κοινωνίες ζόμπυ, ουδέτερα "τίποτε", χωρίς συλλογική και κοινή αναφορά.
όμως, χωρίς ψυχικά εφόδια δεν μπορούν οι άνθρωποι, αλλά και χωρίς συνεκτικά εφόδια δεν μπορούν οι κοινωνίες, να αντιμετωπίσουν κρίσεις. Καταρρέουν.
Και αυτός είναι και ο σκοπός στον δικαιωματισμό χωρίς ευθύνες, που οδηγεί στην παγκοσμιοποίηση χωρίς σύνορα.
Η προϋπόθεση δηλαδή, για να αντικατασταθούν τα κράτη από εταιρίες.

ΠΗΓΗ: https://www.facebook.com/share/p/19n7js1jcG/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(12)

Συνέχεια από:Kυριακή 1η Φεβρουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις B8
Β΄ έκδοση

ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


B Το σύμπλεγμα κατωτερότητος

Ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἴμαστε ὅλοι τὸ ἴδιο

«Αὐτός εἶμαι. Τελείωσε»

Κάτι ἔχουμε ἀκόμη να συμπληρώσουμε στο θέμα πού ἀναφέρεται στα αἰσθήματα κατωτερότη τος, τὰ ὁποῖα συνήθως δημιουργοῦνται, ὅπως εἶχα-με πεῖ, στην παιδική ἡλικία. Εἴπαμε ἐπίσης πώς, ἐκεῖνος ποὺ θὰ δεῖ ὅτι κατά κάποιον τρόπο δέν πάει καλά καί θα διαπιστώσει εἴτε μόνος του εἴτε βοηθούμενος ἀπό ἄλλους- ὅτι μᾶλλον ἔχει αἰσθή-ματα κατωτερότητος, ἡ πρώτη ἐνέργεια που πρέπει να κάνει εἶναι ἡ προσπάθεια να γνωρίσει τόν ἑαυτό του. Νὰ δεῖ δηλαδή σε ποιά κατάσταση βρίσκεται, τί ἀκριβῶς τοῦ συμβαίνει, τί παθαίνει, τί βιώματα ἔχει, πῶς τραυματίστηκε, πότε τραυματί στηκε, τί ἀκριβῶς ἔπαθε. Εἶναι ἡ αὐτογνωσία, για τὴν ὁποία εἶχαμε μιλήσει. Μια τέτοια ἐργασία αὐτογνωσίας πρέπει να συστήσουμε καὶ σὲ ὅποιον ἄλλο διαπιστώσουμε αἰσθήματα κατωτερότητος, καθώς προσπαθοῦμε νὰ τὸν βοηθήσουμε.

Ἔπειτα, ὡς δεύτερο βήμα ἔρχεται ή λεγόμενη αὐτοεκτίμηση. Καὶ γι' αὐτὴν εἴχαμε πεῖ λίγα λόγια τὴν ἄλλη φορά. Χρειάζεται ἡ αὐτοεκτίμηση εἶναι ἀπαραίτητη. Διότι συνήθως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει αἰσθήματα κατωτερότητος ἔχει φθάσει σὲ ἕνα τέτοιο σημείο, πού δέν βρίσκει κανένα καλό στον ἑαυτό του. Ὄχι βέβαια διότι είναι ταπεινός. Προ-σέξτε. Ὄχι διότι εἶναι ταπεινός, ἀλλά διότι παθαίνει αὐτὸ ποὺ ἔπαθε ἐκεῖνος, γιὰ τὸν ὁποῖο μιλάει ὁ Κύριος στην παραβολή τῶν ταλάντων, ὅπως ἀναφέραμε την περασμένη φορά. Λέει ή παραβολή ὅτι κάποιος ποὺ θὰ ἔφευγε ταξίδι, ἐμπιστεύθηκε τα ὑπάρχοντά του στούς δούλους του. Στὸν ἕναν ἔδωσε πέντε τάλαντα, στὸν ἄλλο δύο, στὸν ἄλλο ἕνα, ἀνάλογα με τις ἱκανότητες ποὺ εἶχαν. Ὁ τελευταῖος, ἐκεῖνος μὲ τὸ ἕνα τάλαντο, πῆγε καὶ ἔσκαψε στη γῆ καὶ ἔκρυψε το τάλαντο, σαν δηλαδή νὰ μὴν εἶχε τίποτε· δέν ἤθελε νὰ ἔχει πιά τίποτε. Πήρε αὐτὸ τὸ ἄκρο. Κάτι ἀνάλογο παθαίνει καὶ αὐτὸς ποὺ ἔχει αἰσθήματα κατωτερότητος καί φθάνει σ' αὐτό το σημεῖο, να μή βρίσκει τάχα τίποτε καλό στον ἑαυ τό του. Καί ζεῖ βαθύτερα, ὅσο κι ἂν δὲν τὸ λέει, με ἕνα παράπονο. Παράπονο ἔναντι τοῦ Θεοῦ.

Εἶναι ἀνάγκη λοιπόν, μετά τὴν αὐτογνωσία, νὰ ἀκολουθήσει ἡ αὐτοεκτίμηση. Να ψάξει κανείς νὰ βρεῖ ὁρισμένα προσόντα ποὺ ἔχει, νὰ τὰ λογα-ριάσει καὶ νὰ τὰ θέσει σε ἐνέργεια, σε λειτουργία. Καὶ ὡς τρίτη ἐνέργεια εἶναι ἡ λεγόμενη αὐτοαπο-δοχή. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος γνωρίζει κανείς καλά-καλά, ὅσο εἶναι δυνατόν, τὸν ἑαυτό του, τα τραύματά του κτλ. προσπαθεί επίσης να βρεῖ ἐκεῖνα τὰ καλά στοιχεία που έχει μέσα του. Και τελικά πρέπει να δεχθεί τον ἑαυτό του όπως εἶναι. Διότι κανείς σχηματίζει καμιά φορά τέτοια ἰδέα για τον ἑαυτό του, που, βλέποντας τους άλλους τὸν ἕναν νὰ ἔχει τοῦτο τὸ καλό, τὸν ἄλλο νὰ ἔχει ἐκεῖνο τὸ τάλαντο, τὸν ἄλλο νὰ ἔχει τὸ ἄλλο προτέρημα- θα ἤθελε νὰ εἶναι σὰν ἐκείνους, καὶ τὸν ἑαυτό του δέν τὸν δέχεται πιά. Δὲν τὸν δέχεται καὶ γι' αὐτὸ μισεί τὸν ἑαυτό του, μεμψιμοιρεῖ ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ καλλιεργείῖ τὴν αὐτομεμψία, μὲ τὴν κακή ὅμως ἔννοια.

Χρειάζεται λοιπόν νὰ ἀποδεχθεῖ κανείς τον ἑαυτό του: «Τέτοιος; Τέτοιος. Είμαι αὐτός πού εἶμαι. Μὲ τὰ τραύματά μου, με τίς ἀδυναμίες μου, μὲ αὐτὰ ποὺ πέρασα σε ὅλη μου τη ζωή», χωρίς να ρίχνει φταίξιμο σε κάποιους ἄλλους. Γιατί μπορεῖ κανείς να τα βάλει μὲ τοὺς γονεῖς του. «Αχ, αὐτοὶ οἱ γονεῖς μου, πού με κατάντησαν ἔτσι», ἢ νὰ τὰ βάλει με τη μοίρα ἢ μὲ τὴν κοινωνία, μὲ τὴ ζωή. «Αχ, αὐτοί ὅλοι ποῦ μὲ κατάντησαν!» Με κανένα νὰ μὴν τα βάλει.

Ὅσο κι ἄν φταίνε καί ὅποιος κι ἄν φταίει -ὅλοι μπορεῖ νὰ φταίνε· καὶ οἱ γονεῖς καὶ ἄλλοι καί ἄλλοι- πάει τελείωσε. Το κακό ἔγινε. Τώρα δέν πρέπει να τα βάζει κανείς μὲ τοὺς ἄλλους, ἀλλά νά κοιτάξει να γνωρίσει τί εἶναι καὶ νὰ δεχθεῖ τὸν ἑαυτό του: Κουτσός; Κουτσός, ἂν θέλετε νὰ πῶ ἔτσι. Μὲ ἐκεῖνο τὸ ἐλάττωμα; Μὲ ἐκεῖνο. Μὲ τὸ ἄλλο τραύμα; Μὲ τὸ ἄλλο. «Αυτός είμαι. Τελείωσε.

Και αὐτά εἶναι τα τάλαντα που μου έδωσε ὁ Θεός. Ήθελα πέντε, άλλά μου έδωσε ἕνα. Γιατί τα οίκονόμησε έτσι ὁ Θεός, ἐκείνος γνωρίζει. Πάντως, ἕνα μου έδωσε. Αὐτὸ τὸ ἕνα νὰ τὸ δῶ, να το εκτιμήσω, καὶ μὲ αὐτὸ τὸ ἕνα νὰ κοιτάξω τί μπορώ να κάνω. Ἂν μή τι ἄλλο -ὅπως εἶπε ὁ Κύριος στὴν παραβο-λὴ τῶν ταλάντων σ' αὐτὸν ποὺ πῆρε τὸ ἕνα τάλαν-του να το βάλω στην τράπεζα».

Αυτογνωσία λοιπόν, αὐτοεκτίμηση καί αὐτοαποδοχή.

«...προσπάθεια ν' ἀφιερώσουν τὰς ἐνεργείας των εἰς ἕνα μεγάλον σκοπόν»


Αὐτός ὁ κληρικός, εἰδικός σ' αὐτὰ τὰ θέματα, λέει:


Ὀφείλομεν νὰ ἐνθαρρύνωμεν τον πάσχοντα, ὥστε ἀκριβῶς νὰ ἐκτιμήσῃ τα προτερήματά του καί νὰ ἀποδεχθῇ τὸν ἑαυτόν του. Ἡ αὐτοαποδοχή προϋποθέτει ἱκανοποίησιν ἐκ τῶν ἰδίων δυνάμεων καὶ ἱκανοτήτων.

Μερικοί ἄνθρωποι ἱκανοποιοῦνται μὲ ὀλιγώτε ρα ἀπό ὅσα ήμποροῦν νὰ κατορθώσουν δὲν ἐκμε ταλλεύονται πλήρως τὰς εὐκαιρίας των. Ἄλλοι ζοῦν ὑπὸ ἐξαιρετικῶς προνομιούχους συνθήκας, εἶναι ὅμως παρά ταῦτα δυστυχεῖς, διότι τρέχουν ὀπίσω ἀπὸ τὸ ἀδύνατον Βαδίζουν εἰς τὴν ζωὴν ἀπογοη τευμένοι, ζηλότυποι διὰ τοὺς συνανθρώπους των, τοὺς ὁποίους καταντοῦν νὰ μισοῦν καὶ νὰ ἀποφεύ γουν. Πρέπει νὰ ὁδηγηθοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί να ἐκτιμήσουν άκριβώς τα προσόντα των καὶ νὰ μά θουν να εἶναι ἱκανοποιημένοι μὲ αὐτά, καλλιερ γοῦντες αὐτὰ εἰς τὸν ὕψιστον δυνατόν βαθμόν Μετά ἀπό ὅλα αὐτά πρέπει ἐκ μέρους των πασχόντων νά ἀκολουθήση ή προσπάθεια ν' ἀφιερώ σουν τὰς ἐνεργείας των εἰς ἕνα μεγάλον σκοπόν, ἢ εἰς κοινωνικῶς καὶ πνευματικῶς χρήσιμον ἐργασίαν, Ἡ προσφορά ἑαυτῶν πρέπει ν' ἀκολουθήσῃ τὴν αὐτογνωσίαν, τὴν αὐτοεκτίμησιν καὶ τὴν αὐτοαπο δοχήν. Εἶναι φανερόν ὅτι ἐφόσον ἕνα πρόσωπον ζῇ μονήρη ζωήν, τὸ αἴσθημά του τῆς ἐσωτερικῆς δυνά-μεως προώρισται να μειωθῇ. Ὅταν προσφέρῃ τις ἑαυτὸν ἔξω, εἰς δημιουργικήν μετά τῶν ἄλλων έργα-σίαν, εἶναι ὡς νὰ ἐνσωματώνεται εἰς κάτι μεγαλύτε ρον ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του.

Συνήθως ἕνας ποὺ ἔχει αἰσθήματα κατωτερό τητος κλείνεται στὸν ἑαυτό του, καὶ γι' αὐτό πέ-φτει πολύ το ἠθικό του. Αἰσθάνεται ὅτι εἶναι πάρα πολύ πεσμένος ψυχολογικά, δεν νιώθει καθόλου ἄνετα, δέν μπορεῖ νὰ ζήσει, και γι' αὐτό, σύμφωνα μὲ τὸν συγγραφέα, καλό εἶναι νὰ προσκολληθεί σε μιά ὁμάδα, ὥστε νὰ μὴ νιώθει πιά τὸν ἑαυτό του μόνο, ἀλλά νά τόν νιώθει μαζί με τοὺς ἄλλους, καί, τρόπον τινά, να καμαρώνει μαζί με τοὺς ἄλλους. Λέει λοιπόν συγκεκριμένα ἐδῶ:

Κάποιος νέος, ποὺ ἐπαρουσίαζεν ὅλα τά χαρακτηριστικά ἑνός συμπλέγματος κατωτερότητος καί εἶχε ζήσει πολύ εἰς τὴν σφαίραν τῆς φαντασίας, ἐπείσθη να καταταγῇ εἰς τὴν ἐφεδρικήν ἐθελοντικήν ὑπηρεσίαν τοῦ βασιλικού ναυτικού. Στη Βρετανία γίνεται αὐτό. Εγένετο δεκτός, καὶ ἀπ' ἐκείνην τὴν στιγμήν ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ περὶ τοῦ βρεττανικού ναυ τικοῦ ὡς τοῦ «ναυτικού μας».

Ὁ νέος αὐτὸς εἶχε αἰσθήματα κατωτερότητος. Πήγε ὅμως καὶ κατετάγη στο ναυτικό, καί μιλοῦσε πιὰ γιὰ «τὸ ναυτικό μας». Καὶ ἔτσι, μαζί μὲ τοὺς ἄλλους ναῦτες, πῆρε κουράγιο, πῆρε δύναμη καὶ δέν ἔνιωθε μόνος με τις κατωτερότητές του, ἀλλά, καθώς ἔβλεπε τα βρετανικά πλοία, τα κανόνια, καὶ μιλοῦσε για «το ναυτικό μας», βρήκε καὶ αὐτός μέσα ἐκεῖ τὴ θέση του καί κάπως ἀνέβηκε ψυχολογικά. Ἔγινεν ἕνας εύρωστος ἄνδρας, ταχέως δὲ ἐξη-φανίσθησαν αἱ ἐκ τῆς φαντασίας ἀποζημιώσεις.

Ἐγώ προσωπικῶς ἐδῶ ἔχω ἐπιφυλάξεις. Βέβαια, αὐτὰ ὁπωσδήποτε κάνουν καλό μέχρις ἑνός ὁρισμένου σημείου. Μπορεῖ ὅμως νὰ εἶναι μια ἁπλή μετάθεση τοῦ προβλήματος, και πάλι δηλαδή νὰ μὴ γιατρευτεί κανείς.

Ὑπερτροφικός ὁμαδικός ἐγωισμός

Καὶ ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ ἐδῶ νὰ πῶ τοῦτο δὲν ξέρω ἄν πέφτω ἔξω. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν αἰσθήματα κατωτερότητος, οἱ ὁποῖοι δὲν αἰσθάνονται ἄνετα μέσα στην κοινωνία μόνοι τους καὶ δὲν τὰ βγάζουν πέρα μόνοι τους, δὲν εἶναι δη-λαδή προσωπικότητες -μὲ τὴν ἔννοια ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι αὐτοί καθ' ἑαυτοὺς ἔχουν μια αὐτάρκεια ὑγιῶς νοουμένη- συνήθως προσκολλώνται σε ομάδες, σε χριστιανικές κυρίως ὁμάδες, σε ἀδελφότητες, αν θέλετε να πω έτσι. Ἐὰν ὅμως ἐκεῖ δὲν θα μπορέσουν να βοηθηθουν ἀπὸ τοὺς ἀρμοδίους να γνωρίσουν τα αδύνατα αὐτά σημεία τους,τότε πιάνουν τὸ ἄλλο ἄκρο· άν δηλαδή δέν πάρουν πάνω σ' αὐτό το θέμα σωστή καθοδήγηση, 
δημιουργείται ἕνας ὑπερτροφικός ὁμαδικός ἐγωισμός, πού βέβαια κάνει πάρα πολύ κακό.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ἐὰν αὐτὲς οἱ ὁμάδες καμιά φορά παρασύρονται, παρεκκλίνουν, αὐτὸ συμβαίνει, σύν τοῖς ἄλλοις, καὶ γι' αὐτὸν τὸν λόγο. Ότι δηλαδή ἀποτελοῦνται –χωρίς να σημαί νει αὐτὸ ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις- ἀπό ἄτομα ποὺ δὲν μποροῦν μόνα τους να σταθοῦν καὶ νὰ τὰ βγάλουν πέρα στη ζωή ὁπότε πᾶνε ἐκεῖ καὶ φτιά-χνουν μια ομάδα, καί νομίζουν πώς κατά ἕναν θαυ-ματουργικό τρόπο, ἀπό τή μια στιγμή στην άλλη, ἀπό κεῖ ποὺ ἔνιωθαν ὅτι δὲν τὰ βγάζουν πέρα, ἔγι ναν μεγάλες προσωπικότητες. Δὲν ἔχουν δηλαδή τὴν πραγματική αὐτογνωσία. Καί δημιουργεῖται ὁ λεγόμενος ὁμαδικός ἐγωισμός, ὁ ὁποῖος κάνει κακό. Αὐτὰ βέβαια τα λέμε ἐντελῶς ἀκαδημαϊκά, χωρίς νὰ ἔχουμε πρόθεση να κατηγορήσουμε κανέναν.

Ἕνα ἀκόμη ἀντίδοτο κατά τῆς κατωτερότητος


Λέει στη συνέχεια αὐτός ὁ κληρικός:

Ἕνα ἀκόμη καλύτερον ἀντίδοτον κατά τῆς και τωτερότητος εἶναι ἡ ὑπηρεσία που προσφέρεται πρὸς ἄτομα μᾶλλον ἢ πρὸς ἰδρύματα καὶ χάριν γενικών σκοπών Αντί δηλαδή νὰ πάει κανείς να προσφέρει τις ὑπηρεσίες του σὲ ἕνα ἵδρυμα, εἶναι καλύτερα να τις προσφέρει σε μεμονωμένα άτομα. Αὐτό βοηθάει νὰ βγεῖ κανεὶς ἀπό τὸ αἴσθημα κατωτερότητος. Ἐπρόσεξα τοῦτο, ὅταν κάποτε μία κυρία ἐζήτησε την συμβουλήν μου, προκειμένου νὰ ἐκλέξῃ πρὸς μελέτην μερικά βιβλία ψυχολογίας. Ἔλεγεν ὅτι ἤθε λε να μελετήσῃ καλά αὐτὰ τὰ θέματα, ὥστε νὰ εἶναι καλύτερον προητοιμασμένη να βοηθήσῃ ἄλλους εἰς τὰς δυσκολίας των. Τὴν ἠρώτησα πῶς τῆς ἐγεννήθη αὐτή ἡ ἐπιθυμία. Αμέσως ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ διά τα σχολικά της χρόνια, τὰ ὁποῖα περιέγραφεν ὡς χρό νια βασάνων.

Πέρασε πολύ δύσκολα χρόνια, ὅταν πήγαινε στο σχολείο.

Το πρόβλημά της εἶχε σχέσιν μὲ τὴν μὴ ἑλκυ στικήν ἐμφάνισίν της ἐν συγκρίσει πρὸς ἐκείνην τῆς ἀδελφῆς της.
Η νόμιζε ὅτι ἦταν ἡ ἦταν πραγματικά ἄσχη μη, σε σχέση μάλιστα μὲ τὴν ἀδελφή της, καί αὐτό τὴν ἔκανε να περνάει χρόνια δύσκολα.
Επίσης εἶχε σχέσιν μὲ τὴν ἀνόητον στάσιν ἑνός διδασκάλου, ὁ ὁποῖος, ἐνώπιον τῶν ἄλλων παιδιῶν, τῆς ὑπενθύμιζε συνεχῶς τὴν «βλακείαν» της. Ἐπί ἔτη ὁλόκληρα κατά τὴν ἐφηβικήν περίοδον δὲν ἐκύτταξε ποτέ το πρόσωπόν της εἰς τὸν καθρέπτην, χωρίς να κάμη μορφασμόν περιφρονήσεως διὰ τὸν ἑαυτόν της.
Πῶς νὰ μὴ γεννηθοῦν τώρα αἰσθήματα κατωτερότητος σ' αὐτὴ τὴν κοπέλα!


Ησθάνετο ἀπόλυτον βδελυγμίαν διὰ τὸν ἑαυτόν της και ειλικρινώς επεθύμει νὰ μὴ εἶχε ποτέ γεννηθή.
Καί αὐτό, μόνο και μόνο γιατί, κοιτάζοντας στον καθρέφτη, δὲν ἔβρισκε τὸν ἑαυτό της τέτοιον ποὺ τὸν ἤθελε.
Μίαν ἡμέραν ὅμως ἤστραψε μὲ τὴν δύναμιν άπο καλύψεως εἰς τὸν νοῦν της ἡ σκέψις: «Ἂν δὲν ἡμπορῶ νὰ εἶμαι όμορφη, ήμπορῶ ὅμως νὰ εἶμαι καλή».
Πέρασε χρόνια δύσκολα και προβληματιζόταν. «Τι θα γίνει μ' ἐμένα; Καλύτερα νὰ μὴν εἶχα γεννηθεῖ». Ἀλλά μια μέρα ήρθε στο μυαλό της, σαν να ἦταν ἀποκάλυψη, ἡ σκέψη: «Δὲν μπορῶ νὰ εἶμαι όμορφη. Μπορῶ ὅμως νὰ εἶμαι καλή».

᾿Από την στιγμήν ἐκείνην ἐξέλιπεν ἀπὸ τὴν ζωήν της ὅλη ἐκείνη ἡ αὐτοευσπλαγχνία, ἤρχισε δὲ μίαν ζωήν ἀπαραμίλλου χρησιμότητος καὶ ἀκτινο-βολούσης εὐτυχίας.

Μέχρι τότε «σπλαχνιζόταν» τὸν ἑαυτό της, τον θεωροῦσε ἀξιολύπητο: «Ἡ καημένη, ἐγώ, ποὺ μὲ βρήκε αὐτό το κακό, νά ἔρθω σ' αὐτόν τον κόσμο ὄχι όμορφη...». Καί ὅλα αὐτά εἶναι τροφή για την κατωτερότητα· πολύ παχιά τροφή, πολύ θρεπτική. Ήρθε ὅμως ἡ ἄλλη σκέψη, καὶ ἀμέσως σκέφτηκε ὅτι μποροῦσε νὰ εἶναι καλή πρός κάθε ἄνθρωπο. Δέν πῆγε δηλαδή νὰ ἀπασχοληθεί ἢ νὰ προσφέρει ἁπλῶς τις ὑπηρεσίες της σε ἕνα ἵδρυμα, ἀλλὰ φρόντιζε νὰ εἶναι καλή πρὸς ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο που θα συναντούσε μέσα στην κοινωνία.

Για να κλείσουμε αὐτὸ τὸ θέμα, πρέπει να πούμε καὶ τὰ ἑξῆς ἀκόμη. Όπως κι ἄν αἰσθάνεται κανείς ἔναντι τῶν ἄλλων, καὶ ὅσο κι ἂν πλημμυρί ζει ἡ ψυχή του ἀπὸ αἰσθήματα κατωτερότητος, πρέπει νὰ ἔχει ὑπ' ὄψιν του ὅτι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ δὲν ὑπάρχει κατώτερος καὶ ἀνώτερος. Ενώπιον τοῦ Θεοῦ εἴμαστε ὅλοι τὸ ἴδιο.

Ὁ Θεός δηλαδή, κι ἐκεῖνον ποὺ ἔχει τὰ πέντε τάλαντα κι ἐκεῖνον ποὺ ἔχει τα δύο κι ἐκεῖνον που ἔχει τὸ ἕνα, τούς βλέπει το ίδιο, χωρίς καμιά διά-κριση, χωρίς καμιά προσωποληψία. Καὶ ἄν τελικά ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ ἄλλο φάρμακο, τουλάχιστον ἄς στηριχθεί σ' αὐτό «Ναί, εἶμαι ἕνα σκουπίδι, ἕνα τίποτα, ὅπως μοῦ λένε τα βιώματα πού ἔχω. Εντάξει. Εἶμαι έτσι. Γιὰ τὸν Θεὸ ὅμως δὲν εἶμαι ἕνα τίποτα. Είμαι μια ψυχή για την ὁποία -ὅπως καὶ γιὰ κάθε ἄλλη ψυχή- ἦρθε και ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Θεός. Ὁ Κύριος ἐσταυρώθη, ἀπέθανε καὶ ἀνεστήθη καὶ για τη δική μου ψυχή». Τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ἐχύθη γιὰ τὴν καθεμιά ψυχή, ὅποια κι ἂν εἶναι φτάνει ποὺ εἶναι ψυχή, φτάνει ποὺ ὑπάρχει, που ήρθε στὴν ὕπαρξη. Ὅπως ἐπίσης, καὶ μια σταγόνα, μια ρανίδα αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐχύθη γιὰ ὅλο τον κόσμο.

27-04-1969

Η επίθεση στο Ιράν θα μπορούσε να βάλει φωτιά στα πάντα

Lucio Caracciolo - 1 Φεβρουαρίου 2026

Η επίθεση στο Ιράν θα μπορούσε να βάλει φωτιά στα πάντα


Πηγή: La Repubblica


Μια μεγαλοπρεπής Αρμάδα Αστέρων και Ρίγων περιπλανιέται κοντά στις ιρανικές ακτές. Ο Τραμπ απειλεί με φωτιά και θειάφι. Όλοι περιμένουν μια επίθεση στην Ισλαμική Δημοκρατία, ιδρυτικό μέλος του «Άξονα του Κακού», ένα σύνθημα που επινόησε ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος για να στιγματίσει τα άπιστα καθεστώτα ότι θα ανατραπούν στο όνομα της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Έχει ο Τραμπ προσηλυτιστεί στην επαναστατική πίστη των νεοσυντηρητικών; Ή μήπως ο Μπους ο νεότερος ήταν ένας Τραμπιστής μπροστά από την εποχή του; Αξίζει να εμβαθύνουμε σε αυτό το φαινομενικό παράδοξο. Εν ολίγοις, τι θέλει η Αμερική, από τον εαυτό της και από εμάς;

Ο Τραμπ έχει χτίσει τη διπλή του άνοδο στον Λευκό Οίκο, με ένα ενδιάμεσο αντιπραξικόπημα, στο America First. Προσφέρθηκε ως επιλογή, ουσιαστικά υποχρεωτική. Η κρίση του έθνους Stars and Stripes είναι πολύ βαθιά για να ξεκινήσει περιπέτειες που αποσκοπούν στη λύτρωση της ανθρωπότητας που υποφέρει. Ένα έθνος τόσο διχασμένο δεν μπορεί να αντέξει πραγματικούς πολέμους, πόσο μάλλον σε μακρινές περιοχές που δεν ενθουσιάζουν την βαθιά Αμερική της οποίας ο Τραμπ στέκεται ως σημαιοφόρος. Είναι αλήθεια ότι ο πόλεμος είναι στο αίμα των Αμερικανών. Σχεδόν νευρωτικός: περίπου 400 στρατιωτικές επεμβάσεις σε 250 χρόνια (1776-2026). Οι μισές από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το ένα τέταρτο μετά το ανακοινωθέν τέλος του Ψυχρού Πολέμου, παρά τα μερίσματα ειρήνης που έλεγε η Κλίντον. Ωστόσο, η κυβέρνηση στο τιμόνι, σίγουρα όχι μια ομάδα βομβιστών αυτοκτονίας, φαίνεται να γνωρίζει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης που συμβουλεύει κατά των πολεμικών εμπλοκών, ειδικά σε τόσο κοντινή απόσταση. Ο Μαδούρο ήταν στο μενού τον Ιανουάριο, θα εξυπηρετηθεί ο Χαμενεΐ τον Φεβρουάριο; Υπάρχει πλήρης σύγχυση σχετικά με τον σκοπό του εγχειρήματος. Αυτονομιμοποιήθηκε ως τιμωρία για τη σφαγή διαδηλωτών κατά του καθεστώτος, και στη συνέχεια στράφηκε στην επίθεση κατά του πυρηνικού και πυραυλικού προγράμματος των Pasdaran (αλλά δεν μας είχαν πει ότι είχε καταστραφεί;).

Ενώ περιμένουμε να μάθουμε αν η επίθεση θα πραγματοποιηθεί , για ποιους σκοπούς και με ποια αποτελέσματα, αναζητούμε μια λογική για μια επιχείρηση που ρίχνει τις άρχουσες τάξεις του πετρελαίου του Κόλπου σε αναταραχή και συγκλονίζει ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Ξεκινώντας με το Ισραήλ, που απειλείται με ισχυρά περσικά αντίποινα. Πρώην Ευρωπαίοι σύμμαχοι είναι επίσης ανήσυχοι, ειδικά η Κίνα και η Ρωσία. Όλοι φοβούνται ένα φαινόμενο ντόμινο σε περίπτωση που αποκλειστεί το Στενό του Ορμούζ, το οποίο διασχίζει το ένα τέταρτο του παγκόσμιου πετρελαίου. Ο αρχιστράτηγος φαίνεται αναποφάσιστος για το τι να κάνει. Εκτός αν κινητοποίησε την Αρμάδα από στρατιωτική λαγνεία, που θυμίζει στρατιωτάκια-παιχνίδια. Η ψυχολογία μετράει, ειδικά σε εκείνους που κυριαρχούνται από ένα εγώ τόσο εκτεταμένο που προκαλεί συμπόνια. Η μόνη λογική που αντιστέκεται σε αυτές τις προϋποθέσεις είναι ο οικονομικός πόλεμος. Να κλέψουν ενέργεια και ορυκτούς πόρους από την αντίπαλη Κίνα και την σχεδόν φίλη Ρωσία. Να τους διχάσουν και έτσι να τους αποδυναμώσουν στο πλαίσιο μιας μόνιμης διαπραγμάτευσης στη σκιά των υπερτεχνολογικών αμερικανικών αεροπλανοφόρων. «Στρατιωτικοποίηση της Τέχνης της Συμφωνίας», η επιχειρηματική τεχνική που ο Τραμπ απολαμβάνει τόσο παθιασμένα, είναι ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του το 1987. Η στρατιωτική πίεση δεν χρησιμοποιείται για να αλλάξει το αντίπαλο καθεστώς, αλλά μάλλον για να αλλάξει γνώμη και να ευθυγραμμιστεί με τα συμφέροντα του Τραμπ, δηλαδή με τα αμερικανικά. Ένα εξαιρετικά επικίνδυνο, μη στρατηγικό παιχνίδι πόκερ.

Τι θα γινόταν αν κάτι πήγαινε στραβά και η Αμερική έπρεπε να πάει σε πόλεμο για να σώσει την αξιοπιστία της, ή ό,τι είχε απομείνει από αυτήν; Αν ναι, ποιον ηγέτη θα μπορούσε να επιβάλει η Ουάσινγκτον στην Τεχεράνη, και ποιες εγγυήσεις θα μπορούσε να προσφέρει για τα πυρηνικά όπλα; Και τι θα γινόταν αν οι φλόγες άγγιζαν το Ισραήλ, μια πυρηνική δύναμη εν μέσω πολεμικής υστερίας, με έναν ανάπηρο ηγέτη, έναν πρόθυμο όμηρο εποίκων και θρησκευτικών υπερσιωνιστών;

Αν βρισκόμασταν στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, όταν οι Σοβιετικοί και οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν σφυρηλατήσει μια ακλόνητη συμφωνία που απέκλειε την άμεση σύγκρουση, ενώ επέτρεπε τους πολέμους δι' αντιπροσώπων στον Τρίτο Κόσμο, θα ήμασταν λιγότερο ανήσυχοι. Αλλά πρώτον, ο κόσμος των πρώην αποικιών έχει πλέον περισσότερες από μία μάρκες να παίξει στο τραπέζι των Μεγάλων Δυνάμεων. Δεύτερον, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Ρωσία δεν θέλουν να πάνε σε πόλεμο. Αλλά με την τρέχουσα τεχνολογία, ο πόλεμος μπορεί να ξεκινήσει από μόνος του. Το μόνο που χρειάζεται είναι μια σπίθα. Το να κουνάει αναμμένες φωτοβολίδες κοντά στα πιόνια του Παγκοσμίου Πολέμου είναι ένα επικίνδυνο άθλημα, ακόμη και για τον Τραμπ. Εκτός αν η αγάπη του για το παιχνίδι τον ωθεί να βασιστεί στην κλήρωση του μεταλλίου που του έδωσε η κυρία Ματσάδο, η οποία τον στέφει τον πρώτο κάτοχο βραβείου Νόμπελ από δεύτερο χέρι.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Ο θάνατος του είναι-άνθρωπος, πρόσωπο!

La morte dell'essere-persona
από Massimo Maraviglia - 1 Φεβρουαρίου 2026

Ο θάνατος του να είσαι άνθρωπος

Πηγή: Massimo Maraviglia

Ο Ρόμπερτ Σπάεμαν (1927-2018), φιλόσοφος και θεολόγος με ευρεία ευρωπαϊκή και διεθνή φήμη, και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ludwig Maximilian (Λούντβιχ Μαξιμιλιανό) στο Μόναχο, έγραψε κείμενα πρωτοφανούς βάθους στους τομείς της μεταφυσικής, της ηθικής, της φυσικής φιλοσοφίας και της ανθρωπολογίας. Θεωρώ τη γραφή του Robert Spaemann εξαιρετικά απαιτητική επειδή, ενώ χρησιμοποιεί τεχνική ορολογία πολύ προσεκτικά και μόνο όταν είναι απαραίτητο, είναι ελλειπτική, δηλαδή γεμάτη ενθυμήματα· όχι με την έννοια των συλλογισμών με αβέβαιες προϋποθέσεις, αλλά της συλλογιστικής (συλλογισμών) στην οποία οι προϋποθέσεις υπονοούνται για να επιτευχθεί μια πιο άμεση σύνθεση, μια σύνθεση που είναι άμεσα διαθέσιμη για περαιτέρω σκέψεις και συμπεράσματα. Το αποτέλεσμα είναι συχνά ένα εξαιρετικά συμπυκνωμένο κείμενο που, για να γίνει κατανοητό, συχνά δεν χρειάζεται να συνοψιστεί, αλλά μάλλον να ξετυλιχθεί, να ξεμπλεχθεί και να αποσυνδεθεί (να διασαφηνιστεί). Επειδή όλα συνδέονται στην έρευνα του Σπάεμαν, αλλά οι αλυσίδες είναι μερικές φορές κρυμμένες, έτσι ώστε να μην καταλαμβάνουν περιττό χώρο και, στον ίδιο χώρο, να μπορεί να συγκεντρωθεί και να συνδυαστεί ο μεγαλύτερος αριθμός στοιχείων, δηλαδή όλα εκείνα που αποτελούν τον εγγενή πλούτο του θέματος. Εξ ου και η απαίτηση για μια πολύ στοχαστική, αργή και «μηρυκαστική» προσέγγιση στο έργο του και η προσπάθεια που απαιτείται για την πρόσβαση σε μια σύνθετη σκέψη, η οποία ωστόσο, όταν κατανοηθεί, ανταμείβει επαρκώς τον αναγνώστη. Παρουσιάζω εδώ το κεφάλαιο « Θάνατος και το «μελλοντικό exactum» από το έργο Persone. Sulla differenza tra "qualcosa" e "qualcuno" (Άνθρωποι. Σχετικά με τη διαφορά μεταξύ «Κάτι» και «Κάποιου») , Laterza, Ρώμη, 2005, σελ. 110-118. Φυσικά, αυτή είναι η κατανόησή μου, χωρίς να αποκλείω την πιθανότητα λάθους, οπότε θα ακούσω με χαρά όποιον επιθυμεί να με διορθώσει.

1

Ο Επίκουρος αποτυγχάνει στο επιχείρημά του ότι το να είσαι νεκρός είναι ένα χαρακτηριστικό που κανείς δεν μπορεί να κατέχει («αν υπάρχει θάνατος, δεν υπάρχουμε· αν υπάρχουμε, δεν υπάρχει θάνατος») επειδή δεν μπορούμε παρά να γνωρίζουμε, ως άνθρωποι, ότι μια μέρα δεν θα υπάρχουμε πια, αλλά θα έχουμε υπάρξει. Προσδοκούμε μια αναδρομική ματιά στον εαυτό μας που δεν μπορεί να είναι το δικό μας βλέμμα: τοποθετούμε τον εαυτό μας έξω από τον εαυτό μας, προσδοκώντας αυτό το «γίνομαι έχοντας υπάρξει». Αυτή η στιγμή δεν μπορεί να ενσωματωθεί με το υπόλοιπο παρελθόν μας, δημιουργώντας μια τόσο ριζική ασυνέχεια που η προηγούμενη ζωή μας φαίνεται να είναι αυτή ενός άλλου ατόμου. Μόνο οι άνθρωποι έχουν προκαταβολική γνώση του δικού τους τέλους (όχι τα ζώα) και είναι ικανοί να προβάλλουν ένα «βλέμμα από το πουθενά» στον κόσμο όπως θα είναι μετά θάνατον. Αυτό είναι το βλέμμα της λογικής, η οποία γνωρίζει ότι ο δικός της θάνατος είναι το τέλος του κόσμου επειδή ο κόσμος υπάρχει μόνο ως κόσμος κάποιου, και ως δικός μου κόσμος, τελειώνει.

2

Η γνώση του ίδιου μας του θανάτου διαφέρει ποιοτικά από όλα τα άλλα είδη γνώσης, με τα οποία, για παράδειγμα, μπορούμε να σχεδιάσουμε κάποια επιχείρηση, κάποιο εγχείρημα που απαιτεί ένα ορισμένο χρονικό διάστημα ή ακόμα και να εκτείνεται πέρα ​​από τη διάρκεια της ζωής μας. Αυτό περιλαμβάνει γνώση σχετικά με την αντικειμενική διάρκεια της ζωής, μετρημένη σε σχέση με κάποια δραστηριότητα που μπορούμε να πραγματοποιήσουμε μόνο εν μέρει οι ίδιοι. Εδώ, υπάρχει μια απλή σχέση μέσου-σκοπού. Αλλά όταν θεωρούμε την ίδια τη ζωή ως μία από αυτές τις επιχειρήσεις, ως ένα από αυτά τα εγχειρήματα που σχεδιάζονται μέσα στη ζωή, αρχίζει η ψευδαίσθηση ότι μας έχει δοθεί μια ουσιαστική διαμόρφωση προικισμένη με νόημα όπως η ζωή, ως μια καθορισμένη επιχείρηση (ως ορισμένο εγχείρημα). Αυτό προϋποθέτει ότι μπορούμε να σχεδιάσουμε μια ισορροπία της ζωής στο σύνολό της. Αυτό προϋποθέτει ότι μπορούμε να αποτιμήσουμε τη ζωή στο σύνολό της. Αυτή είναι μια ψευδαίσθηση επειδή βασίζεται στην πρόφαση ότι έχουμε ένα κριτήριο για να κρίνουμε τη ζωή στο σύνολό της, σαν να ήμασταν έξω από τη δική μας ζωή.

Μια τέτοια μυθοπλασία

1) είναι δυνατή μόνο για το πρόσωπο
2) μεταβάλλει αυτό που αποτελεί την ιδιαιτερότητα της προσωπικής μας ζωής, η οποία συνίσταται στο να έχουμε τον έλεγχο της ζωής μας και, ως εκ τούτου, στο να μπορούμε να τον χάσουμε.

Αλλά

Χάνοντας τη ζωή κάποιου, αυτό που χάνει κάποιος είναι ο εαυτός του. Η πιθανότητα να χάσει κανείς τη ζωή του δεν είναι επομένως μια επιλογή ισοδύναμη με οποιαδήποτε άλλη. Συγκεκριμένα, δεν αποτελεί έκφραση κατοχής ζωής, επειδή κάποιος που χάνει τη ζωή του δεν συνεχίζει ως υποκείμενο μετά από αυτήν την απώλεια, ενώ κάποιος που χάνει οτιδήποτε άλλο παραμένει ως υποκείμενο που του λείπει αυτό που χάθηκε. Επομένως, αν και ένα άτομο μπορεί να θεσπίσει αυτή τη μυθοπλασία, δεν υπάρχει οριστικό κριτήριο για να πούμε ότι η ζωή κάποιου είναι άνευ νοήματος, ακόμα κι αν την «έχασε», το οποίο θα αφαιρούσε το υποκείμενο της κρίσης.

Πράγματι, το βλέμμα της λογικής από το πουθενά, το οποίο μπορεί να εφαρμοστεί σε ολόκληρη τη ζωή μας, είναι ένα πράγμα· η ζωντανή ατομικότητα, η οποία δεν έχει καμία ύπαρξη πέρα ​​από τη ζωή και επομένως μπορεί μόνο να προσποιηθεί ένα εξωτερικό κριτήριο για την κρίση της, είναι κάτι άλλο. Κάθε κριτήριο για την κρίση της ζωής βρίσκεται μέσα στη ζωή και επομένως καθορίζεται από τη ζωή, όχι από το εξωτερικό. Η κρίση από έξω θα ήταν μια διαφυγή από τον προσωπικό εαυτό κάποιου. Το να κρίνει κανείς από έξω θα ήταν φυγή από το να είναι ο εαυτός του ως πρόσωπο.

Ομοίως, μια εξέταση του νοήματος της ζωής με βάση την πιθανότητα εμπίπτει στην απόδραση από την προσωπική αυτούτητα (από το προσωπικό είναι-εαυτός), επειδή η πιθανότητα αφορά το επαναλήψιμο, ενώ η ζωή κάθε ατόμου δεν είναι μία ζωή ανάμεσα σε άλλες αλλά είναι μοναδική.

Τα ζώα δεν μπορούν να εξετάσουν τη ζωή τους γενικά από οποιαδήποτε συγκριτική οπτική γωνία. Βρίσκονται πάντα στο κέντρο του κόσμου τους και δεν προεξοφλούν τον θάνατό τους. Η οπτική της λογικής καθιστά τη ζωή κάποιου ισότιμη με αυτή όλων των άλλων. Η ανακάλυψη του ατόμου ισοδυναμεί με την ανακάλυψη της ασυμμετρίας της προσωπικής ζωής κάποιου με αυτή των άλλων. Δεδομένου ότι δεν μπορούν να προταθούν πιθανότητες διάρκειας - επειδή η ζωή κάποιου είναι μοναδική και ασύγκριτη με αυτή των άλλων - η άγνοια της στιγμής του θανάτου είναι σημαντική και κάνει τον θάνατο να «χρωματίζει» κάθε στιγμή της ζωής κάποιου.

Το να βλέπουμε τη ζωή στην ολότητά της δεν είναι μια φανταστική εκπλήρωση από κάποια εξωτερική οπτική γωνία, αλλά μάλλον συμβαίνει στη μέση της ζωής, όταν ένα άτομο ασχολείται με έναν συγκεκριμένο τρόπο με τη ζωή του. Δεν ξέρουμε πότε θα πεθάνουμε. Κάθε στιγμή, πρέπει να ξέρουμε πώς να πεθαίνουμε χωρίς να μας πουν ότι πεθαίνουμε πολύ νωρίς. Κανείς δεν πεθαίνει πολύ νωρίς. Επομένως, στη μέση της ζωής εμφανίζεται η πιθανότητα της οριστικής εκπλήρωσης - του θανάτου. Αυτό μας επιτρέπει να ατενίζουμε την ολότητα της ζωής μας και έτσι διασφαλίζει ότι κάθε στιγμή βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ολότητα της ύπαρξής μας.

3

Ο στοχασμός πάνω στον θάνατο και την παρουσία του σε κάθε στιγμή της ζωής μας αποκαλύπτει τη σχετική φύση κάθε ζωτικού πλαισίου. Αυτό που έχει νόημα στη ζωή υπάρχει μόνο με την προϋπόθεση της ζωής· επομένως, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην ίδια τη ζωή. Αυτό δημιουργεί την ιδέα της έλλειψης νοήματος της ζωής. Στη ζωή, στην πραγματικότητα, είμαστε εξοικειωμένοι με τα πράγματα αλλά όχι με την ίδια τη ζωή. Η έλλειψη νοήματος έγκειται στο γεγονός ότι το να μην είμαστε εξοικειωμένοι με τη ζωή αλλά μόνο με τα πράγματα της ζωής κάνει τη ζωή να φαίνεται χωρίς νόημα. Αλλά, ξεκινώντας από αυτό, ανακαλύπτουμε κάτι που υπερβαίνει το ζωτικά σχετικό: έναν ορίζοντα νοήματος ή ένα πλαίσιο νοήματος που υπάρχει μόνο για όσους έχουν ανακαλύψει ότι θα πεθάνουν, δηλαδή για όσους έχουν ανακαλύψει την πεπερασμένη φύση του πεπερασμένου. Η παραλογότητα αυτού που είναι απλώς ζωτικό συμπληρώνει τη ζωτική σφαίρα της συνάφειας. Αυτό σημαίνει ότι πέρα ​​από αυτό που είναι σχετικό με τη συνέχιση της ζωής, υπάρχει μια αίσθηση, ένα νόημα του παραλόγου που το αμφισβητεί συνολικά, ωστόσο αυτό το νόημα γίνεται μέρος της ίδιας της ζωής, δηλαδή την ενσωματώνει. Αυτό ονομάζεται πλαίσιο νοήματος. Γνωρίζουμε ότι σε ένα συγκεκριμένο σημείο, μπροστά στον θάνατο, τίποτα οικείο δεν θα έχει πια σημασία.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πιθανότητα που αξίζει να εξεταστεί.


Υπάρχει η πιθανότητα να μην νιώθουμε απειλημένοι στο τέλος των πάντων, επειδή κάτι πολύτιμο αφαιρεί κάποιο γεγονός από την ενδεχομενικότητα. Είναι ένα αγαθό που θα παραμείνει, παρά την φευγαλέα φύση του, με την έννοια ότι αν κάτι καλό έχει συμβεί, το γεγονός ότι συνέβη είναι ένα αγαθό που παραμένει, και θα είναι πάντα καλό που συνέβη. Η μηδαμινότητα αυτού που εξαφανίζεται στο χρόνο γίνεται πολύτιμη. Σκεφτείτε τον μετασχηματισμό της έκφρασης «τώρα», η οποία υποδηλώνει κάτι που εξαφανίζεται αμέσως και παρέρχεται, με την έκφραση 17 Μαρτίου 1996 στις 10:00 π.μ., στην οποία αυτό που συνέβη τώρα, 17 Μαρτίου 1996 στις 10:00 π.μ., παραμένει για πάντα. Ήδη στο χρόνο και σε χρονικούς τρόπους, επομένως, μπορούμε να εκφράσουμε τη συμμετοχή του τώρα στην άχρονη φύση μέσω του futurum exactum . Το θα-είχε-υπάρξει 17 Μαρτίου 1996 θα ήταν πάντα, και θα είναι πάντα αληθινό αν το τώρα ήταν κάποτε αληθινό.

Μια καλή πράξη, ακόμη και αν είναι αναποτελεσματική, μεταβιβάζεται και τιμάται ως τέτοια και επομένως καθιερώνεται ως διαρκές αγαθό. Αυτή η εμμονή ως κάτι που θα ήταν μόνιμα καλό την καθιστά αιώνια· είναι το futurum exactum. Τώρα, η προσμονή του θανάτου τοποθετεί τη ζωή ως σύνολο μέσα στη διάσταση του futurum exactum. Η περατότητά της δεν την καθιστά παράλογη, αλλά είναι η προϋπόθεση για να βιωθεί ως κάτι πολύτιμο. Αυτή η προσμονή του τέλους καθιστά επομένως δυνατή την εμπειρία του νοήματος, και δεν θα ήταν δυνατή αν η ζωή συνέχιζε επ' αόριστον, επειδή οτιδήποτε γινόταν θα μπορούσε να γίνει ξανά, και η προσμονή του απείρου θα ασφυκτιούσε κάθε ανθρώπινη σχέση ως σχέση μεταξύ πεπερασμένων όντων. Με λίγα λόγια, η προσμονή του θανάτου μας δίνει τη δυνατότητα να αναλάβουμε τη ζωή μας ως σύνολο· δηλαδή, καθιστά δυνατή την κατοχή της ζωής που χαρακτηρίζει την προσωπική ύπαρξη.

4

Μόνο μια προσωπική ζωή μπορεί να προσφερθεί: ο θάνατος ως αφιέρωση στη ζωή και όχι ως απλή υποταγή, όπως την αντιλαμβάνεται η σύγχρονη εποχή, αφοσιωμένη στην παράταση της ζωής. Ο Χριστιανισμός θεωρεί τον θάνατο όχι ως μια απλή εξαφάνιση, αλλά ως το τελευταίο πράγμα που καλείται να επιτύχει ο ετοιμοθάνατος. Ο θάνατος δεν ανήκει στη δυναμική της ζωής, αλλά ο θάνατος ανήκει, και είναι μια πράξη, επειδή είναι η παύση της κίνησης από κάποιον που κινείται. Στον προσωπικό θάνατο υπάρχει μια παθητικότητα, ένα βάσανο που ολοκληρώνεται ως πράξη. Αυτό είναι συμβατό με την ιδέα ότι ο άνθρωπος έχει λάβει και αποδεχτεί την ύπαρξή του και το κατέχει ως καθήκον που πρέπει να εκπληρωθεί. Το βάσανο, επίσης, είναι μια μορφή ύπαρξης που δίνεται και υπομένει, αλλά αυτό το βάσανο περιλαμβάνει ευγνώμονα αποδοχή. Παράλληλα με αυτό το καλωσόρισμα, υπάρχει επίσης ένα καθήκον να δίνουμε, να παραδίδουμε όλη τη ζωή, ακόμη και το παρελθόν, το οποίο έχει ήδη αφαιρεθεί ως παρελθόν και το οποίο ο θάνατος δεν μπορεί να αφαιρέσει περαιτέρω, αλλά μόνο να το ενσωματώσει στη συλλογική μνήμη άλλων ανθρώπων και έτσι να το κάνει να κατέχεται από αυτούς... Η προσφορά ζωής γίνεται έτσι μια αληθινή διατήρηση μιας πραγματικής κατοχής, και έτσι ο θάνατος γίνεται μια πράξη κατ' εξοχήν. Και είναι η προσμονή του θανάτου, η γνώση της αναπόφευκτης απώλειας των πάντων που, διασχίζοντας και διαμορφώνοντας τη ζωή μας, κάνει μια ζωή προσωπική. Μόνο η επιβεβαίωση του futurum exactum επιτρέπει στο παρόν να γίνει πλήρως πραγματικό.

Η βασιλεία του Bouvard και του Pécuchet

Roberto Pecchioli - 1 Φεβρουαρίου 2026

Η βασιλεία του Bouvard και του Pécuchet


Πηγή: ilperchecuiprodest


Ανάμεσα σε παντογνώστες και ειδικούς σε όλα, χωρίς να γνωρίζεις σχεδόν τίποτα; Επειδή ξεχνάς το απόφθεγμα του Μαρκ Τουέιν: «Είναι καλύτερο να σιωπάς και να φαίνεσαι ηλίθιος παρά να μιλάς και να απομακρύνεις κάθε αμφιβολία». Περισσότερο από ποτέ, ζούμε στο βασίλειο του Μπουβάρ και του Πεκυσέ, των δύο αντιηρώων του ομώνυμου μυθιστορήματος του Γκυστάβ Φλωμπέρ.

Ως νέος, θαύμαζα την ανθρώπινη αλαζονεία, την ακλόνητη πεποίθηση ότι γνωρίζει τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα, την επίμονη επιθυμία να εκφράζει κανείς τη γνώμη του για οποιοδήποτε θέμα, ειδικά για εκείνο για το οποίο δεν γνωρίζει τίποτα. Ως κριτικός της ποσοτικής δημοκρατίας (της γελοίας σοφίας της πλειοψηφίας), απέδιδα την αδαή φλυαρία που παρατηρούσα στην εποχή, στη μανία για μάταιη, ατελείωτη συζήτηση που δεν ακολουθείται ποτέ από απόφαση. Ο Ντονόσο Κορτές, ήδη από τον 19ο αιώνα, αποκαλούσε την αναδυόμενη αστική τάξη clasa discutidora (ομιλούσα τάξη). Έκανα λάθος: είναι ένα μόνιμο ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Οι καιροί το τονίζουν, και σήμερα, στον θρίαμβο των κοινωνικών δικτύων, των σχολίων που δημοσιεύονται στο διαδίκτυο και των λακωνικών κρίσεων για πράγματα, καταστάσεις και ανθρώπους για τους οποίους δεν γνωρίζει κανείς τίποτα, η επικράτηση του Παντογνώστη Ηλίθιου με μεταπτυχιακό στη Θεωρία Συνωμοσίας έχει γίνει ασφυκτική. Ο παγκόσμιος ηλίθιος, πεπεισμένος ότι ξέρει πολλά για τα πάντα, κερδίζει. Τον τελευταίο καιρό, έχουμε γίνει μάρτυρες ενός πολλαπλασιασμού γεωπολιτικών εμπειρογνωμόνων, μετά από τρία χρόνια που υπομένουμε έναν χείμαρρο κενών λόγων από λεγεώνες αυτοανακηρυγμένων ιολόγων, εμπειρογνωμόνων εμβολίων και επιλυτών πανδημιών. Το σύμβολο του τέλους του εικοστού αιώνα ήταν ο Φαντότσι του Πάολο Βιλάτζιο, ένας λογιστής που, μιμούμενος τους πλούσιους, βίωσε τον ενθουσιασμό της ιστιοπλοΐας, μόνο και μόνο για να σταματήσει αδυσώπητα από την ακατανόητη εντολή του καπετάνιου: «Φαντότσι, βάλε το πανί!» Φωνάζουμε για τα πάντα χωρίς λύση και χωρίς ποτέ να σιωπούμε, ξεχνώντας το απόφθεγμα του Μαρκ Τουέιν: είναι καλύτερο να σιωπάς και να φαίνεσαι ηλίθιος παρά να μιλάς και να απομακρύνεις κάθε αμφιβολία. Περισσότερο από ποτέ, ζούμε στο βασίλειο του Μπουβάρ και του Πεκυσέ, των δύο αντιηρώων του ομώνυμου μυθιστορήματος. Η ασθένεια της ασταθούς περιέργειας, η νοσηρή γοητεία με το άγνωστο, που τώρα ενισχύεται από την τεχνολογία της πληροφορίας, καταγγέλθηκε με μεγαλοπρέπεια πριν από έναν αιώνα από τον Γκυστάβ Φλωμπέρ. Σήμερα, έχει εξαπλωθεί στις μάζες. Είμαστε μια γενιά παντογνώστων και, σε αυτή την άθεη εποχή, Παντοδύναμων Θεών με τους αντίχειρες πάνω ή κάτω, ομοίωμα της Δευτέρας Κρίσης. Ειδικοί σε όλα χωρίς να γνωρίζουν σχεδόν τίποτα: όχι ταπεινοί ερασιτέχνες που ερευνούν, αλλά ειδικοί με πτυχία στη Wikipedia. Μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, οι πιο παράξενες ανοησίες γίνονται δεκτές σαν τις διαλέξεις των μάγων του παρελθόντος. Ο παγκόσμιος αδαής έχει γίνει μια υπεροπτική αυθεντία. Ο Μπουβάρ και ο Πεκυσέ, άλλωστε, ήταν πιο ταπεινοί. Οι δύο μεσήλικες Παριζιάνοι ήταν απλοί αντιγραφείς. Ζούσαν με το ανακλώμενο φως, με τη σοφία των άλλων που μετέδιδαν σε όμορφη γραφή ως επάγγελμα. Σεμνοί, εύτακτοι υπάλληλοι όπως οι σημερινοί χειριστές υπολογιστών, απασχολημένοι με τη φόρτωση δεδομένων, πεπεισμένοι ότι μπορούσαν να διαπρέψουν σε οποιονδήποτε τομέα επιχειρούσαν, οι δύο κατέφυγαν στην ύπαιθρο της Νορμανδίας με μια κληρονομιά και ξεκίνησαν μια μεγάλη ποικιλία δραστηριοτήτων. Από τη γεωργία μέχρι την ιατρική, από τη χημεία μέχρι την αστρονομία, τη γεωλογία, την τέχνη, τη γυμναστική, τη θρησκεία, την αρχαιολογία, την ανθρωπολογία, την αισθητική, τη φιλοσοφία, την πορσελάνη, την ιστορία ή την πολιτική, τα επιχείρησαν όλα, αποτυγχάνοντας παταγωδώς σε κάθε προσπάθεια λόγω πρόδηλης ανικανότητας. Αναγνωρίζοντας τις αποτυχίες τους, επέστρεψαν στο παλιό τους επάγγελμα. Τουλάχιστον αυτό σκόπευε ο Φλωμπέρ, ο οποίος πέθανε σε ηλικία μόλις πενήντα οκτώ ετών πριν ολοκληρώσει το μυθιστόρημα, αν και άφησε πίσω του σημειώσεις για να δώσει ένα τέλος. Σε μια επιστολή, παρατήρησε ότι «η βλακεία συνίσταται στην επιθυμία να καταλήξουμε. Είμαστε ένα νήμα και θέλουμε να μάθουμε την πλοκή». Ο γίγαντας της Μαντάμ Μποβαρύ και της Συναισθηματικής Αγωγής πολέμησε την ηλιθιότητα (την «μπετίζ») σε όλη του τη ζωή, μεταφερμένη στην πικρή ειρωνεία του Λεξικού των Κοινών τοπων ή του Καταλόγου των Σικ Ιδεών. Το συναρπαστικό λογοτεχνικό δίδυμο του παχύσαρκου Μπουβάρ και του λεπτού Πεκυσέ ενδιαφερόταν για χίλια διαφορετικά θέματα. Σήμερα, χάρη στις ψηφιακές πλατφόρμες, εκατομμύρια ανυποψίαστοι επίγονοι (α, η «μπετίζ»...) διατυπώνουν γνωμικά για κάθε θέμα μπροστά στους αργόσχολους χρήστες του μεγάλου διαδικτύου. Προηγουμένως, περιορίζονταν στην αγορά, την ταβέρνα και τις οικιακές συζητήσεις. Ένας πρόσθετος εθισμός, μια ακόρεστη περιέργεια σε συνδυασμό με την πεποίθηση ότι είναι καλλιεργημένοι, στοχαστικοί, ικανοί να βρουν την αλήθεια στη μεγαλειώδη θάλασσα των «περιεχομένων» που συχνά δεν περιέχουν τίποτα. Πολλή τεχνολογία πληροφοριών για να φτάσουμε ως εδώ. Όσο περισσότερα σκουπίδια καταπίνουμε, τόσο περισσότερο η ψυχή μας τα λαχταρά. Αυτό που πραγματικά κινεί το ανθρώπινο κοπάδι, το αιώνιο παιδί, δεν είναι η γνώση αλλά το πιο υπερβολικό θέαμα. Και, στην εποχή της γοητείας με το νέο, το αόρατο και το ανήκουστο. «Ό,τι είναι άγνωστο, θεωρείται υπέροχο» , ο Τάκιτος βάζει τον Βρετανό στρατηγό Κάλγακο να λέει. Κάθε τι άγνωστο φαίνεται εξαιρετικό. Μακριά από το να μας εκπαιδεύει σοβαρά, η κακοφωνία των ειδήσεων, των δεδομένων και των ασύνδετων απόψεων μας γεμίζει με αβεβαιότητα και παράγει παιδική, ανάμεικτη ευπιστία ή ύπουλο σκεπτικισμό. Ο Ουμπέρτο ​​Έκο ανέπτυξε το θέμα της χαοτικής υπερφόρτωσης πληροφοριών στο Εκκρεμές του Φουκώ, όπου η υπερφόρτωση πληροφοριών παράγει έναν κοινωνικό καρκίνο που μετατρέπεται σε σωματικό καρκίνο. Δυνάμει του άπειρου αριθμού ανεξέλεγκτων καναλιών πληροφοριών, πολλαπλασιασμένων με την υποψία, μια παράξενη, υπερπληροφορημένη άγνοια εξαπλώνεται («γίνεται viral», λένε στο διαδίκτυο) με ολέθρια αποτελέσματα. Απογοητευμένοι από την επιφανειακή τους γνώση, ο Μπουβάρ και ο Πεκυσέ, αφού σκέφτονται την αυτοκτονία, υιοθετούν δύο ορφανά και επιστρέφουν στην κανονικότητα. Πληγωμένοι από την πληροφοριακή βουλιμία, πεπεισμένοι ότι γνωρίζουν πολλά και καταλαβαίνουν τα πάντα, οι σύγχρονοι κληρονόμοι τους δεν επιστρέφουν στα βήματά τους. Ο Μπουβάρ και ο Πεκυσέ ήταν αντιγραφείς, συνηθισμένοι να μην χρησιμοποιούν ποτέ την ευφυΐα ή τη φαντασία τους. Το πολύ-πολύ, θα μπορούσαν να γίνουν διακριτικοί λογοκλόποι, όπως αυτοί που σήμερα γράφουν άρθρα και βιβλία με τη «βοήθεια» του μαγικού κουτιού ChatGPT. Εκατομμύρια άνθρωποι μετατράπηκαν σε λογοκλόπους μηχανών. Πόσο θαυμάσια είναι η τεχνολογική πρόοδος που κλείνει το μυαλό ενώ ανοίγει τη μηχανή αναζήτησης! Το πρώτο βήμα προς την άγνοια είναι να υποθέσουμε ότι γνωρίζουμε, προειδοποίησε ο Baltasar Graciàn πριν από τέσσερις αιώνες. Το επόμενο είναι η αυτάρεσκη άγνοια του κακομαθημένου νεαρού κυρίου του Ortega y Gasset στο βιβλίο «Η Εξέγερση των Μαζών». Στο παραμύθι του Γάλλου συγγραφέα Coline Serreau - ο οποίος σίγουρα γνωρίζει καλά τον Bouvard και τον Pécuchet - δύο παράξενοι χαρακτήρες, ο Tuttosa και ο Chebestia, συζητούν τα πάντα, αποκαλύπτοντας τελικά ότι είναι τα πρόσωπα της ίδιας άγνοιας, δύο φιγούρες συγχωνευμένες σε ένα μόνο άτομο, με το υποκείμενο πεπεισμένο ότι γνωρίζει, καταλαβαίνει και κυριαρχεί στα πάντα, ενώ είναι απλώς ένα ανυποψίαστο πιόνι που χειραγωγείται από την εξουσία. Αυτή είναι η μεγάλη, εκπληκτική διαφορά από τις προηγούμενες γενιές. Συνειδητοποιώντας την άγνοιά τους, παρότρυναν τη μελέτη, αναζητούσαν αληθινούς δασκάλους, διατηρώντας παράλληλα μια βασική δυσπιστία, μια λαϊκή δυσπιστία για ό,τι έβγαινε από τα στόματα των «κυρίων». Τη σοφία όσων είχαν εξαπατηθεί. Ο Φλωμπέρ σκόπευε να γράψει μια συνέχεια του μυθιστορήματός του. Έχοντας ξαναγίνει αντιγραφείς, οι δύο καλοί φίλοι θα αφοσιώνονταν σε έναν τρομερό στόχο: να συλλέξουν όλα όσα μπορούσαν να αντιγραφούν, μεταγράφοντας το άθροισμα της ανθρώπινης ηλιθιότητας όλων των εποχών. Ένα τεράστιο πρόγραμμα, η παγκόσμια ανοησία, που τώρα υλοποιείται από την τεχνολογία. Ίσως οι πομπώδεις, εξαπλούμενες ημιμαθείς τάξεις να ικανοποιούνταν με την επιστροφή στη σοφία των παππούδων τους. Ο φελέ, κάνε τη δουλειά σου , ζαχαροπλάστη, κάνε τη δουλειά σου, μην ανακατεύεσαι σε ό,τι δεν είναι δουλειά σου, έλεγαν στο Μιλάνο. Ή αν προτιμάτε την υψηλή, πομπώδη κουλτούρα, sutor ne ultra crepidam, "Υποδηματοποιέ, όχι κρίσεις πέραν του υποδήματος", το ανέκδοτο που αφηγείται ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, η πρόσκληση του ζωγράφου Απελλή σε έναν τσαγκάρη για να κρίνει μόνο τα παπούτσια, όχι ολόκληρο τον πίνακα. Ίσως το πρόβλημα είναι απλώς ότι οι σύγχρονοι Μπουβάρ και Πεκυσέ αγνοούν τις γλώσσες των πατέρων τους, ικανοποιημένοι με τα globish που μασούν στο διαδίκτυο, τα λατινικά του 21ου αιώνα. Αντιγραφείς και μιμητές: η μετα-κουλτούρα της μεταμοντερνότητας.

Λόγος εις την Κυριακή του τελώνου και του Φαρισαίου (Άγιος Λουκάς αρχιεπίσκοπος Κριμαίας)

                                                               
Να θυμάστε, σας παρακαλώ, πάντοτε τα λόγια του Χριστού: «οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Μτ. 21, 31).

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ήταν καλεσμένος στο σπίτι ενός Φαρισαίου Σίμωνα σε γεύμα. Το έμαθε μια πόρνη και αφού αγόρασε πολύτιμο μύρο πήγε τρομαγμένη στο σπίτι του Σίμωνα. Γονάτισε κοντά στα πόδια του Ιησού, τα έβρεχε με τα δάκρυά της, τα σκούπιζε με τα μαλλιά της και τα άλειφε με μύρο. Ο Φαρισαίος Σίμων το έβλεπε και μέσα του κατηγορούσε τον Ιησού αγανακτώντας για το ότι ο Κύριος δεν απομάκρυνε αυτήν την ακάθαρτη και αμαρτωλή γυναίκα. Μέσα του έλεγε: «οὗτος εἰ ἦν προφήτης, ἐγίνωσκεν ἂν τίς καὶ ποταπὴ ἡ γυνὴ ἥτις ἅπτεται αὐτοῦ, ὅτι ἁμαρτωλός ἐστι» (Λκ. 7, 39).

Ο Πολυέλεος Υιός του Θεού κοίταξε με ευσπλαχνία την γυναίκα αυτή και της άφησε τις πολλές της αμαρτίες διότι μετανόησε ειλικρινά και με όλη την καρδιά της αγάπησε Αυτόν που είναι ο Ήλιος της Δικαιοσύνης.

Στο Ναό των Ιεροσολύμων την ώρα που προσφέρονταν θυσίες βρίσκονταν μεταξύ των άλλων ανθρώπων ένας Φαρισαίος, υπερήφανος για την ευσέβειά του, και ένας αμαρτωλός τελώνης περιφρονημένος από όλους. Αυτός δεν τολμούσε να σηκώσει τα μάτια του και χτυπώντας το στήθος του επαναλάμβανε μόνο μία σύντομη ευχή: «ὁ Θεὸς ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λκ. 18, 13). Ο υπερήφανος Φαρισαίος ευχαριστούσε τον Θεό ότι δεν είναι όπως αυτό το πλήθος των αμαρτωλών ανθρώπων ή όπως αυτός ο τελώνης. Όμως αυτόν τον ταπεινό τελώνη έβλεπε από τα ύψη του ουρανού και άκουγε πώς εκείνος χτυπά το στήθος του, Αυτός που με το στόμα του προφήτη Ησαΐα είπε: «ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ᾿ ἢ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους μου» (Ησ. 66, 2).

Στην αμαρτωλή γυναίκα στο σπίτι του Σίμωνα Φαρισαίου και στον τελώνη στο Ναό των Ιεροσολύμων πραγματοποιήθηκε ο λόγος του Χριστού γεμάτος πόνο, αγάπη και δικαιοσύνη: «ἦλθε γὰρ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου σῶσαι τὸ ἀπολωλός» (Μτ. 18, 11). Και ένας άλλος: «οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλ᾿ οἱ κακῶς ἔχοντες» (Μτ. 9, 12). Ο Φαρισαίος ο οποίος στην προσευχή του υποτίμησε τον τελώνη ήταν από αυτούς τους ανθρώπους που τους σεβόταν ο λαός. Όμως επειδή κατέκρινε τον τελώνη και επειδή ήταν υπερήφανος τον κατηγόρησε ο Κύριος Ιησούς Χριστός ο οποίος είπε: «τὸ ἐν ἀνθρώποις ὑψηλὸν βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (Λκ. 16, 15).

Όμως η παραβολή του Τελώνου και του φαρισαίου δεν λέει ότι ο Φαρισαίος έφυγε από το Ναό κατηγορημένος αλλά λιγότερο δικαιωμένος από τον Θεό παρά ο τελώνης. Αυτή είναι η ύψιστη δικαιοσύνη του Θεού. Στα μάτια Του ακόμα και η τέτοια τυπική ευσέβεια των Φαρισαίων έχει την αξία της.

Η παραβολή αυτή του Χριστού, για την οποία σας μίλησα είναι άξια μεγάλης προσοχής διότι σ’ αυτήν ο Κύριός μας μάς έδειξε πόση σημασία έχει η πνευματική φτώχεια, δηλαδή η ταπείνωση, για την προσευχή και για τα καλά έργα. Δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να περηφανευόμαστε για τα καλά και ευάρεστα στον θεό έργα μας και για την ευλάβειά μας. Όλα αυτά πρέπει να τα θεωρούμε φυσικά και αναγκαία. Ούτε πρέπει να δίνουμε προσοχή σ’ αυτά και να τα θυμόμαστε. Το αριστερό μας χέρι να μην γνωρίζει τι κάνει το δεξιό.

Δεν πρέπει να ξέρουμε τι είναι η υπερηφάνεια και τι είναι ο αυτοέπαινος, όπως δεν το ξέρουν τα μικρά παιδιά για τα οποία ο Κύριό μας Ιησούς Χριστός είπε: «ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Μτ. 18, 3). Η ταπείνωσή μας μέρα με τη μέρα θα μεγαλώνει αν, ως κανόνα της ζωής μας, θα πάρουμε και έναν άλλο λόγον του Κυρίου: «ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν» (Λκ. 17, 10). Να είναι ο οδηγός της ζωής μας η πρώτη και η σπουδαιότερη στους μακαρισμούς εντολή: «μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». (Μτ. 5, 3).

Εδώ θα μπορούσα να τελειώσω την ομιλία μου για την θαυμαστή εκείνη παραβολή του Χριστού. Θέλω όμως, για μια ακόμη φορά, να γυρίσω στο λόγο του Χριστού ο οποίος λέει: «ὅτι τὸ ἐν ἀνθρώποις ὑψηλὸν, βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (Λκ. 16, 15). Πρέπει να θυμούνται αυτόν τον λόγο του Χριστού οι άνθρωποι εκείνοι οι οποίοι επιδιώκουν την εύνοια των προϊσταμένων τους και γενικά αυτών που κατέχουν τις υψηλές θέσεις και έχουν την εξουσία στα χέρια τους, τους ζηλεύουν, τους κολακεύουν και δεν τολμούν να τους ελέγξουν για τις άδικες πράξεις τους.

Ο Δίκαιος Θεός βλέπει αυτούς τους «ὑψηλούς» που βάζουν τον εαυτό τους πάνω από όλους, τους ελέγχει και τους κρίνει με το στόμα του προφήτη Ησαΐα: «οἱ γὰρ ὀφθαλμοὶ κυρίου ὑψηλοί, ὁ δὲ ἄνθρωπος ταπεινός· καὶ ταπεινωθήσεται τὸ ὕψος τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὑψωθήσεται κύριος μόνος ἐν τῇ ἡμέρα ἐκείνῃ. ἡμέρα γὰρ κυρίου σαβαὼθ ἐπὶ πάντα ὑβριστὴν καὶ ὑπερήφανον καὶ ἐπὶ πάντα ὑψηλὸν καὶ μετέωρον, καὶ ταπεινωθήσονται… καὶ πεσεῖται ὕψος ἀνθρώπων, καὶ ὑψωθήσεται Κύριος μόνος ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ» (Ησ. 2, 11-12, 17). Να θυμόμαστε πάντα τον φοβερό αυτό λόγο του Χριστού και να δοξάζουμε και να επαινούμε μόνο αυτούς που περιφρόνησαν την δόξα του κόσμου και αγάπησαν τον λόγο και την δικαιοσύνη του Θεού, τους αγίους δηλαδή και τους ταπεινούς ανθρώπους. Αμήν.


(Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, “Λόγοι και Ομιλίες” Τόμος Α΄, εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη, 2014)

(Πηγή ψηφ. κειμένου: agiosthomas.gr)


Λόγος εις την Κυριακή του τελώνου και του Φαρισαίου (Άγιος Λουκάς αρχιεπίσκοπος Κριμαίας) – Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Οι συγκρούσεις του εσωτερικού μας κόσμου 7

 Συνέχεια από 31. Ιανουαρίου 2026

Οι συγκρούσεις του εσωτερικού μας κόσμου 7

Karen Horney: Our inner conflicts

Κεφάλαιο 6

Η ιδεατή (εξιδανικευμένη) Εικόνα 2

Ο κυρίαρχος άξονας της σύγκρουσης του X ήταν η συμμόρφωση — μια έντονη ανάγκη για στοργή και επιδοκιμασία, να τον φροντίζουν, να είναι συμπονετικός, γενναιόδωρος, διακριτικός, στοργικός. Δεύτερη σε σημασία ήταν η απόσυρση, με τη συνήθη αποστροφή προς την ένταξη σε ομάδες, την έμφαση στην ανεξαρτησία, τον φόβο των δεσμών, την ευαισθησία απέναντι στον καταναγκασμό. Η απόσυρση συγκρουόταν διαρκώς με την ανάγκη για ανθρώπινη οικειότητα και δημιουργούσε επαναλαμβανόμενες διαταραχές στις σχέσεις του με τις γυναίκες. Οι επιθετικές παρορμήσεις ήταν επίσης αρκετά εμφανείς, εκδηλώνονταν με την ανάγκη του να είναι πρώτος σε κάθε κατάσταση, να κυριαρχεί έμμεσα στους άλλους, να τους εκμεταλλεύεται περιστασιακά και να μην ανέχεται καμία παρεμβολή[[105]]. Φυσικά, αυτές οι τάσεις μείωναν σημαντικά την ικανότητά του για αγάπη και φιλία και συγκρούονταν επίσης με την απόσυρσή του. Χωρίς να έχει επίγνωση αυτών των παρορμήσεων, είχε κατασκευάσει μια εξιδανικευμένη εικόνα που ήταν σύνθετη από τρεις μορφές. Ήταν ο μεγάλος εραστής και φίλος — απίστευτο να μπορούσε οποιαδήποτε γυναίκα να νοιαστεί περισσότερο για άλλον άνδρα· κανείς δεν ήταν τόσο καλός και αγαθός όσο εκείνος. Ήταν ο μεγαλύτερος ηγέτης της εποχής του, μια πολιτική ιδιοφυΐα που προκαλούσε μεγάλο δέος. Και τέλος, ήταν ο μεγάλος φιλόσοφος, ο άνθρωπος της σοφίας, ένας από τους λίγους προικισμένους με βαθιά διορατικότητα στο νόημα της ζωής και την έσχατη ματαιότητά της.

Η εικόνα αυτή δεν ήταν εντελώς φανταστική. Διέθετε άφθονες δυνατότητες προς όλες αυτές τις κατευθύνσεις. Όμως οι δυνατότητες είχαν ανυψωθεί στο επίπεδο του ολοκληρωμένου γεγονότος, του μεγάλου και μοναδικού επιτεύγματος. Επιπλέον, η καταναγκαστική φύση των παρορμήσεων είχε αποκρυβεί και αντικατασταθεί από την πίστη σε έμφυτες ιδιότητες και χαρίσματα. Αντί για μια νευρωτική ανάγκη για στοργή και επιδοκιμασία, υπήρχε μια υποτιθέμενη ικανότητα για αγάπη· αντί για μια παρόρμηση υπεροχής, υποτιθέμενα ανώτερα χαρίσματα· αντί για μια ανάγκη αποστασιοποίησης, ανεξαρτησίας και σοφίας. Τέλος, και το σημαντικότερο, οι συγκρούσεις είχαν εξορκιστεί με τον ακόλουθο τρόπο. Οι παρορμήσεις που στην πραγματική ζωή παρεμπόδιζαν η μία την άλλη και τον εμπόδιζαν να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε από τις δυνατότητές του, προήχθησαν στο βασίλειο της αφηρημένης τελειότητας, εμφανιζόμενες ως διάφορες συμβατές όψεις μιας πλούσιας προσωπικότητας· και οι τρεις όψεις της βασικής σύγκρουσης που αυτές αντιπροσώπευαν απομονώθηκαν στις τρεις μορφές που συγκροτούσαν την εξιδανικευμένη του εικόνα.

Ένα ακόμη παράδειγμα αναδεικνύει με μεγαλύτερη σαφήνεια τη σημασία της απομόνωσης των συγκρουόμενων στοιχείων.5 Στην περίπτωση του Y η κυρίαρχη τάση ήταν η απόσυρση, σε μια μάλλον ακραία μορφή, με όλες τις συνεπαγωγές που περιγράφηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο. Η τάση του προς τη συμμόρφωση ήταν επίσης αρκετά έντονη, αν και ο ίδιος ο Y την απέκλειε από την επίγνωσή του, επειδή ήταν υπερβολικά ασύμβατη με την επιθυμία του για ανεξαρτησία. Οι προσπάθειες να είναι εξαιρετικά καλός κατά καιρούς διέσπαγαν βίαια το κέλυφος της καταστολής. Η λαχτάρα για ανθρώπινη οικειότητα ήταν συνειδητή και συγκρουόταν συνεχώς με την απόσυρσή του. Μπορούσε να είναι αδυσώπητα επιθετικός μόνο στη φαντασία του: επιδιδόταν σε φαντασιώσεις μαζικής καταστροφής, επιθυμώντας με απόλυτη ειλικρίνεια να σκοτώσει όλους όσοι παρενέβαιναν στη ζωή του· διακήρυσσε ότι πίστευε σε μια φιλοσοφία της ζούγκλας — το δόγμα ότι η ισχύς καθορίζει το δίκαιο, με την αδυσώπητη επιδίωξη του προσωπικού συμφέροντος, ήταν ο μόνος ευφυής και ανυπόκριτος τρόπος ζωής. Στην πραγματική του ζωή, ωστόσο, ήταν μάλλον δειλός· εκρήξεις βίας συνέβαιναν μόνο υπό ορισμένες συνθήκες[[106]].

Η εξιδανικευμένη του εικόνα ήταν ο ακόλουθος παράδοξος συνδυασμός. Τον περισσότερο καιρό ήταν ένας ερημίτης που ζούσε στην κορυφή ενός βουνού, έχοντας φτάσει σε άπειρη σοφία και γαλήνη. Σε σπάνια διαστήματα μπορούσε να μεταμορφώνεται σε λυκάνθρωπο, εντελώς στερημένο από ανθρώπινα αισθήματα, αποφασισμένο να σκοτώνει. Και σαν να μην επαρκούσαν[[107]] αυτές οι δύο ασύμβατες μορφές, ήταν επιπλέον και ο ιδανικός φίλος και εραστής.

Βλέπουμε εδώ την ίδια άρνηση των νευρωτικών τάσεων, την ίδια αυτομεγέθυνση, την ίδια σύγχυση των δυνατοτήτων με τις πραγματικότητες. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια συμφιλίωσης των συγκρούσεων· οι αντιφάσεις παραμένουν. Αλλά —σε αντίθεση με την πραγματική ζωή— εμφανίζονται καθαρές και αδιάλυτες. Επειδή είναι απομονωμένες, δεν παρεμβαίνουν η μία στην άλλη. Και αυτό φαίνεται να είναι το ουσιώδες. Οι συγκρούσεις ως τέτοιες έχουν εξαφανιστεί.

Ένα τελευταίο παράδειγμα μιας περισσότερο ενοποιημένης εξιδανικευμένης εικόνας: Στην πραγματική συμπεριφορά του Z οι επιθετικές τάσεις υπερίσχυαν έντονα, συνοδευόμενες από σαδιστικές τάσεις. Ήταν δεσποτικός και επιρρεπής στην εκμετάλλευση. Ωθούμενος από μια καταβροχθιστική φιλοδοξία, προχωρούσε αδίστακτα μπροστά. Μπορούσε να σχεδιάζει, να οργανώνει, να μάχεται και προσχωρούσε συνειδητά σε μια ακραία φιλοσοφία της ζούγκλας. Ήταν επίσης εξαιρετικά αποστασιοποιημένος· αλλά, επειδή οι επιθετικές του παρορμήσεις τον εμπλέκαν πάντοτε με ομάδες ανθρώπων, δεν μπορούσε να διατηρήσει την αποστασιοποίησή του. Φρόντιζε αυστηρά, ωστόσο, να μην εμπλέκεται σε καμία προσωπική σχέση ούτε να επιτρέπει στον εαυτό του να απολαμβάνει οτιδήποτε στο οποίο οι άνθρωποι ήταν ουσιώδεις συντελεστές. Σε αυτό τα κατάφερνε αρκετά καλά, επειδή τα θετικά αισθήματα προς τους άλλους ήταν σε μεγάλο βαθμό καταπιεσμένα· οι επιθυμίες για ανθρώπινη οικειότητα διοχετεύονταν κυρίως σε σεξουαλικές οδούς. Υπήρχε, ωστόσο, και μια σαφής τάση προς τη συμμόρφωση, μαζί με μια ανάγκη για επιδοκιμασία που παρεμπόδιζε τη δίψα του για εξουσία. Και υπήρχαν υποκείμενα πουριτανικά πρότυπα, τα οποία χρησιμοποιούσε κυρίως ως μαστίγιο εναντίον των άλλων —αλλά τα οποία βεβαίως δεν μπορούσε[[108]] παρά να εφαρμόζει και στον ίδιο τον εαυτό του— και τα οποία συγκρούονταν κατά μέτωπο με τη φιλοσοφία της ζούγκλας του.

Στην εξιδανικευμένη του εικόνα ήταν ο ιππότης με τη λαμπρή πανοπλία, ο σταυροφόρος με ευρεία και αλάνθαστη όραση, που καταδίωκε πάντοτε το δίκαιο. Όπως αρμόζει σε έναν σοφό ηγέτη, δεν ήταν προσωπικά δεμένος με κανέναν, αλλά επέβαλλε μια αυστηρή, αν και δίκαιη, πειθαρχία. Ήταν τίμιος χωρίς να είναι υποκριτής. Οι γυναίκες τον αγαπούσαν και μπορούσε να είναι σπουδαίος εραστής, αλλά δεν ήταν δεμένος με καμία γυναίκα. Εδώ επιτυγχάνεται ο ίδιος στόχος όπως και στις άλλες περιπτώσεις: τα στοιχεία της βασικής σύγκρουσης συγχωνεύονται.

Η εξιδανικευμένη εικόνα είναι έτσι μια απόπειρα επίλυσης της βασικής σύγκρουσης, μια απόπειρα τουλάχιστον εξίσου σημαντική με τις άλλες που έχω περιγράψει. Έχει την τεράστια υποκειμενική αξία να λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος, να συγκρατεί ένα διχασμένο άτομο. Και παρόλο που υπάρχει μόνο στο μυαλό του ανθρώπου, ασκεί καθοριστική επιρροή στις σχέσεις του με τους άλλους.

Η εξιδανικευμένη εικόνα θα μπορούσε να ονομαστεί ένα φανταστικό ή απατηλό εγώ, αλλά αυτό θα ήταν μόνο μισή αλήθεια και συνεπώς παραπλανητικό. Η ευσεβής σκέψη που λειτουργεί στη δημιουργία της είναι πράγματι εντυπωσιακή, ιδίως επειδή εμφανίζεται σε άτομα που κατά τα άλλα στέκονται σε έδαφος σταθερής πραγματικότητας. Αυτό όμως δεν την καθιστά ολοκληρωτικά φανταστική. Είναι μια δημιουργία της φαντασίας, υφασμένη και καθορισμένη από πολύ ρεαλιστικούς παράγοντες. Συνήθως περιέχει ίχνη των γνήσιων ιδανικών του προσώπου. Ενώ τα μεγαλειώδη επιτεύγματα είναι απατηλά, οι δυνατότητες που τα υποστηρίζουν είναι συχνά πραγματικές. Το πιο ουσιώδες είναι ότι γεννιέται από απολύτως πραγματικές εσωτερικές αναγκαιότητες, επιτελεί απολύτως πραγματικές λειτουργίες και ασκεί μια απολύτως πραγματική επιρροή στον δημιουργό της. Οι[[109]] διεργασίες που δρουν στη δημιουργία της καθορίζονται από τόσο συγκεκριμένους νόμους, ώστε η γνώση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της μας επιτρέπει να συναγάγουμε με ακρίβεια συμπεράσματα για την αληθινή δομή χαρακτήρα του συγκεκριμένου ατόμου.

Όμως, ανεξάρτητα από το πόση φαντασία είναι υφασμένη μέσα στην εξιδανικευμένη εικόνα, για τον ίδιο τον νευρωτικό αυτή έχει την αξία της πραγματικότητας. Όσο πιο σταθερά εδραιώνεται, τόσο περισσότερο εκείνος είναι η εξιδανικευμένη του εικόνα, ενώ ο πραγματικός του εαυτός σβήνει αναλογικά. Αυτή η αντιστροφή της πραγματικής εικόνας είναι αναπόφευκτη, εξαιτίας της ίδιας της φύσης των λειτουργιών που επιτελεί η εικόνα. Καθεμία από αυτές αποσκοπεί στο να εξαλείψει την πραγματική προσωπικότητα και να στρέψει επάνω της τον προβολέα. Ανατρέχοντας στην ιστορία πολλών ασθενών, οδηγούμαστε στο να πιστέψουμε ότι η εδραίωσή της υπήρξε συχνά κυριολεκτικά σωτήρια για τη ζωή τους· και γι’ αυτό η αντίσταση που προβάλλει ένας ασθενής όταν η εικόνα του δέχεται επίθεση είναι απολύτως δικαιολογημένη, ή τουλάχιστον λογική. Όσο η εικόνα του παραμένει γι’ αυτόν πραγματική και άθικτη, μπορεί να αισθάνεται σημαντικός, ανώτερος και εσωτερικά αρμονικός, παρά τον απατηλό χαρακτήρα αυτών των αισθημάτων. Μπορεί να θεωρεί ότι δικαιούται να εγείρει κάθε είδους απαιτήσεις και αξιώσεις, στη βάση της υποτιθέμενης ανωτερότητάς του. Αν όμως επιτρέψει να υπονομευθεί, απειλείται αμέσως με την προοπτική να αντικρίσει όλες του τις αδυναμίες, χωρίς κανέναν τίτλο σε ιδιαίτερες αξιώσεις, ως μια συγκριτικά ασήμαντη μορφή ή ακόμη —στα ίδια του τα μάτια— ως μια αξιοκαταφρόνητη ύπαρξη. Ακόμη πιο τρομακτικό είναι ότι έρχεται αντιμέτωπος με τις συγκρούσεις του και με τον φρικτό φόβο του να διαμελιστεί εσωτερικά. Το ότι αυτό μπορεί να του δώσει την ευκαιρία να γίνει ένας πολύ καλύτερος άνθρωπος, που να αξίζει περισσότερο από όλη τη δόξα της εξιδανικευμένης του εικόνας, είναι ένα ευαγγέλιο που ακούει, αλλά που για πολύ καιρό[[110]] δεν σημαίνει τίποτε γι’ αυτόν. Είναι ένα άλμα στο σκοτάδι, το οποίο φοβάται.

Με τόσο μεγάλη υποκειμενική αξία να τη συστήνει, η θέση της εικόνας θα ήταν απροσπέλαστη, αν δεν υπήρχαν τα τεράστια μειονεκτήματα που είναι άρρηκτα δεμένα μαζί της. Ολόκληρο το οικοδόμημα είναι καταρχάς εξαιρετικά σαθρό, λόγω των πλασματικών στοιχείων που εμπεριέχει. Σαν θησαυροφυλάκιο γεμάτο δυναμίτη, καθιστά το άτομο εξαιρετικά ευάλωτο. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή κριτική από το περιβάλλον, οποιαδήποτε επίγνωση της δικής του αποτυχίας να ανταποκριθεί στην εικόνα, οποιαδήποτε πραγματική ενόραση στις δυνάμεις που δρουν μέσα του, μπορεί να το κάνει να εκραγεί ή να καταρρεύσει. Πρέπει να περιορίσει τη ζωή του, μήπως εκτεθεί σε τέτοιους κινδύνους. Πρέπει να αποφεύγει καταστάσεις στις οποίες δεν θα τον θαυμάζουν ή δεν θα τον αναγνωρίζουν. Πρέπει να αποφεύγει έργα που δεν είναι βέβαιος ότι θα τα κατακτήσει. Μπορεί ακόμη και να αναπτύξει μια έντονη αποστροφή προς κάθε είδους προσπάθεια. Για εκείνον, τον προικισμένο, και μόνο το όραμα ενός πίνακα που θα μπορούσε να ζωγραφίσει είναι ήδη το αριστούργημα. Οποιοσδήποτε μετριότητα μπορεί να φτάσει κάπου με σκληρή δουλειά· για εκείνον, το να προσπαθήσει όπως κάθε κοινός θνητός θα ήταν ομολογία ότι δεν είναι η μεγαλοφυΐα —και αυτό θα ήταν ταπεινωτικό. Εφόσον όμως τίποτε δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς εργασία, με τη στάση του αυτή ματαιώνει τους ίδιους τους σκοπούς που τον ωθούν να επιδιώκει. Και το χάσμα ανάμεσα στην εξιδανικευμένη του εικόνα και στον πραγματικό του εαυτό διευρύνεται.

Εξαρτάται από αδιάκοπη επιβεβαίωση εκ μέρους των άλλων, με τη μορφή επιδοκιμασίας, θαυμασμού, κολακείας —κανένα από τα οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να του προσφέρει κάτι περισσότερο από πρόσκαιρη διαβεβαίωση. Μπορεί ασυνείδητα να μισεί όποιον είναι αυταρχικός ή όποιον, υπερέχοντάς του σε οτιδήποτε —πιο διεκδικητικός, πιο ισορροπημένος, καλύτερα πληροφορημένος— απειλεί να υπονομεύσει τις δικές του αντιλήψεις για τον εαυτό του. Όσο πιο απεγνωσμένα προσκολλάται στην πεποίθηση ότι είναι η εξιδανικευμένη του εικόνα, τόσο πιο βίαιο γίνεται το μίσος. Ή, αν η δική του αλαζονεία είναι καταπιεσμένη, μπορεί να θαυμάζει τυφλά πρόσωπα που είναι ανοιχτά πεπεισμένα για τη σπουδαιότητά τους και το δείχνουν με αλαζονική συμπεριφορά. Αγαπά σε αυτούς τη δική του εικόνα και αναπόφευκτα καταλήγει σε βαθιά απογοήτευση, όταν συνειδητοποιεί —όπως αργά ή γρήγορα θα συμβεί— ότι οι θεοί που θαυμάζει τόσο είναι ενδιαφερόμενοι μόνο για τον εαυτό τους και, όσον αφορά εκείνον, νοιάζονται μόνο για το λιβάνι που καίει στους βωμούς τους[[111]].

Πιθανότατα το χειρότερο μειονέκτημα είναι η επακόλουθη αποξένωση από τον εαυτό. Δεν μπορούμε να καταστείλουμε ή να εξαλείψουμε ουσιώδη μέρη του εαυτού μας χωρίς να αποξενωθούμε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Πρόκειται για μία από εκείνες τις μεταβολές που παράγονται σταδιακά από νευρωτικές διεργασίες και που, παρά τον θεμελιώδη χαρακτήρα τους, συντελούνται χωρίς να γίνονται αντιληπτές. Το άτομο απλώς καθίσταται ανίκανο να αντιληφθεί τι πραγματικά αισθάνεται, τι του αρέσει, τι απορρίπτει, τι πιστεύει — με λίγα λόγια, το τι πραγματικά είναι. Χωρίς να το γνωρίζει, μπορεί να ζει τη ζωή της εικόνας του. Ο Tommy στο έργο Tommy and Grizel του J. M. Barrie φωτίζει αυτή τη διαδικασία καλύτερα από κάθε κλινική περιγραφή. Φυσικά, δεν είναι δυνατόν να συμπεριφέρεται κανείς έτσι χωρίς να παγιδεύεται άρρηκτα σε έναν ιστό ασυνείδητης προσποίησης και εξορθολογισμού, κάτι που καθιστά τη ζωή επισφαλή. Το άτομο χάνει το ενδιαφέρον του για τη ζωή, επειδή δεν είναι αυτό που τη ζει· δεν μπορεί να παίρνει αποφάσεις, επειδή δεν γνωρίζει τι πραγματικά θέλει· αν οι δυσκολίες συσσωρευτούν, μπορεί να κατακλυστεί από μια αίσθηση μη πραγματικότητας — μια εντονότερη έκφραση της μόνιμης κατάστασής του να είναι μη πραγματικός για τον ίδιο του τον εαυτό. Για να κατανοήσουμε μια τέτοια κατάσταση, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε[[112]] ότι ένα πέπλο μη πραγματικότητας που καλύπτει τον εσωτερικό κόσμο είναι αναπόφευκτο να επεκταθεί και στον εξωτερικό. Ένας ασθενής συνόψισε πρόσφατα όλη αυτή την κατάσταση λέγοντας: «Αν δεν υπήρχε η πραγματικότητα, θα ήμουν απολύτως καλά».

Τέλος, παρότι η εξιδανικευμένη εικόνα δημιουργείται για να άρει τη βασική σύγκρουση και σε περιορισμένο βαθμό το επιτυγχάνει, ταυτόχρονα γεννά ένα νέο ρήγμα στην προσωπικότητα, σχεδόν πιο επικίνδυνο από το αρχικό. Χονδρικά μιλώντας, ένα άτομο οικοδομεί μια εξιδανικευμένη εικόνα του εαυτού του επειδή δεν μπορεί να αντέξει τον εαυτό του όπως πραγματικά είναι. Η εικόνα φαίνεται να αντισταθμίζει αυτή την καταστροφή· αλλά, έχοντας τοποθετήσει τον εαυτό του σε ένα βάθρο, μπορεί να αντέξει τον πραγματικό του εαυτό ακόμη λιγότερο και αρχίζει να οργίζεται εναντίον του, να περιφρονεί τον εαυτό του και να δυσανασχετεί κάτω από τον ζυγό των ίδιων του των ανέφικτων απαιτήσεων προς τον εαυτό του. Ταλαντεύεται τότε ανάμεσα στη λατρεία του εαυτού και την περιφρόνηση του εαυτού, ανάμεσα στην εξιδανικευμένη του εικόνα και την περιφρονημένη του εικόνα, χωρίς κανένα σταθερό ενδιάμεσο έδαφος στο οποίο να μπορεί να στηριχθεί.

Έτσι δημιουργείται μια νέα σύγκρουση ανάμεσα σε καταναγκαστικές, αντιφατικές επιδιώξεις αφενός και σε ένα είδος εσωτερικής δικτατορίας που επιβάλλεται από την εσωτερική διαταραχή αφετέρου. Και αντιδρά σε αυτή την εσωτερική δικτατορία όπως θα μπορούσε να αντιδράσει κανείς σε μια αντίστοιχη πολιτική δικτατορία: μπορεί να ταυτιστεί μαζί της, δηλαδή να αισθάνεται ότι είναι τόσο θαυμαστός και ιδανικός όσο του λέει ο δικτάτορας ότι είναι· ή μπορεί να στέκεται στις μύτες των ποδιών του προσπαθώντας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της· ή μπορεί να επαναστατεί ενάντια στον καταναγκασμό και να αρνείται να αναγνωρίσει τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις. Αν αντιδρά με τον πρώτο τρόπο, έχουμε την εντύπωση ενός «ναρκισσιστικού» ατόμου, απρόσιτου στην κριτική· το υφιστάμενο ρήγμα, τότε, δεν γίνεται συνειδητά αισθητό ως τέτοιο. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε το τελειομανές άτομο, τον τύπο του υπερεγώ του Freud. Στην[[113]] τρίτη, το άτομο φαίνεται να μην λογοδοτεί σε κανέναν και σε τίποτα· τείνει να γίνεται απρόβλεπτο, ανεύθυνο και αρνητιστικό. Μιλώ σκόπιμα για εντυπώσεις και φαινόμενα, διότι όποια κι αν είναι η αντίδρασή του, εξακολουθεί να είναι θεμελιωδώς ανήσυχος. Ακόμη και ένας επαναστατικός τύπος, που συνήθως πιστεύει ότι είναι «ελεύθερος», μοχθεί κάτω από τα επιβεβλημένα πρότυπα που προσπαθεί να ανατρέψει· αν και το γεγονός ότι εξακολουθεί να βρίσκεται στα νύχια της εξιδανικευμένης του εικόνας μπορεί να φαίνεται μόνο στο ότι χρησιμοποιεί αυτά τα πρότυπα ως μαστίγιο εναντίον των άλλων.6 Μερικές φορές ένα άτομο περνά περιόδους εναλλαγής από το ένα άκρο στο άλλο. Μπορεί, για παράδειγμα, να προσπαθήσει για κάποιο διάστημα να είναι υπεράνθρωπα «καλό» και, μη βρίσκοντας καμία ανακούφιση σε αυτό, να μεταπηδήσει στο αντίθετο άκρο της βίαιης εξέγερσης ενάντια σε τέτοια πρότυπα. Ή μπορεί να μετακινηθεί από μια φαινομενικά απεριόριστη αυτολατρεία στην τελειομανία. Πιο συχνά συναντούμε έναν συνδυασμό αυτών των διαφορετικών στάσεων. Όλα αυτά δείχνουν το γεγονός —κατανοητό υπό το φως της θεωρίας μας— ότι καμία από αυτές τις απόπειρες δεν είναι ικανοποιητική· ότι όλες είναι καταδικασμένες να αποτύχουν· ότι πρέπει να τις θεωρούμε ως απεγνωσμένες προσπάθειες διαφυγής από μια ανυπόφορη κατάσταση· ότι, όπως σε κάθε άλλη ανυπόφορη κατάσταση, δοκιμάζονται τα πιο ανόμοια μέσα —αν το ένα αποτύχει, καταφεύγουμε σε κάποιο άλλο.

Όλες αυτές οι συνέπειες συνδυάζονται για να οικοδομήσουν ένα ισχυρό εμπόδιο στην αληθινή ανάπτυξη. Το άτομο δεν μπορεί να μάθει από τα λάθη του, επειδή δεν τα βλέπει. Παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του, στην πραγματικότητα είναι καταδικασμένο να χάσει το ενδιαφέρον του για τη δική του εξέλιξη. Αυτό που έχει στο νου του όταν μιλά για ανάπτυξη είναι μια ασυνείδητη ιδέα δημιουργίας μιας πιο τέλειας εξιδανικευμένης εικόνας, μιας εικόνας χωρίς μειονεκτήματα[[114]].

Το έργο της θεραπείας, επομένως, είναι να καταστήσει τον ασθενή ενήμερο για την εξιδανικευμένη του εικόνα σε όλες της τις λεπτομέρειες, να τον βοηθήσει να κατανοήσει σταδιακά όλες τις λειτουργίες και τις υποκειμενικές αξίες της και να του δείξει την οδύνη που αναπόφευκτα συνεπάγεται. Τότε θα αρχίσει να αναρωτιέται αν το τίμημα δεν είναι υπερβολικά υψηλό. Μπορεί όμως να εγκαταλείψει την εικόνα μόνο όταν οι ανάγκες που τη δημιούργησαν έχουν μειωθεί σε σημαντικό βαθμό.


Σημειώσεις:

5 Σε εκείνη την κλασική απεικόνιση της διπλής προσωπικότητας, το Dr. Jekyll and Mr. Hyde του Robert Louis Stevenson, η κεντρική ιδέα οικοδομείται γύρω από τη δυνατότητα διαχωρισμού των συγκρουόμενων στοιχείων μέσα στον άνθρωπο. Αφού αναγνωρίσει πόσο ριζικό είναι το σχίσμα ανάμεσα στο καλό και το κακό μέσα του, ο Dr. Jekyll λέει:
«Από πολύ νωρίς… είχα μάθει να ενδίδω με ευχαρίστηση, σαν σε μια αγαπημένη ονειροπόληση, στη σκέψη του διαχωρισμού αυτών των στοιχείων. Αν το καθένα, έλεγα στον εαυτό μου, μπορούσε να στεγαστεί σε ξεχωριστές ταυτότητες, η ζωή θα απαλλασσόταν από όλα όσα ήταν ανυπόφορα».

6 Βλ. Κεφάλαιο 12, Sadistic Trends.

Συνεχίζεται με: Κεφάλαιο 7

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(11)

Συνέχεια από:Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις B7
Β΄ έκδοση

ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


B Το σύμπλεγμα κατωτερότητος

Τί πρέπει να κάνουμε;

Αὐτοεκτίμηση καί αὐτοαποδοχή

Μετά τὴν αὐτογνωσίαν, τὸ ἑπόμενον βήμα εἶναι νὰ ἐνθαρρύνῃ κανείς τὴν ἀκριβῆ αὐτοεκτίμησιν καὶ την πλήρη αὐτοαποδοχὴν τοῦ πάσχοντος.

Έως ἐδῶ ἦταν ἀκόμη έργασία αὐτογνωσίας.

Δηλαδή, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση πρώτα ἐπισημαίνουμε ὅτι ἔχουμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε ἕνα αἴσθημα κατωτερότητος. Ἐν συνεχεία, προσπαθοῦμε νὰ βροῦμε ποῦ ὀφείλεται αὐτὸ τὸ αἴσθημα κατωτερότητος -ποιές εἶναι οἱ πληγές, ποιά εἶναι τὰ τραύματα, ποιά εἶναι τὰ βιώματα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου- μὲ τὸ νὰ ἀνασκαλέψουμε ὅλη τή ζωή του, ἀλλὰ πιο πολύ, ἰδιαίτερα, τα παιδικά του χρόνια.

Μετά τὴν αὐτογνωσία χρειάζεται ἡ αὐτοεκτίμηση καί ἡ αὐτοαποδοχή. Αὐτός πού ἔχει αἴσθημα κατωτερότητος, καί τό ἔνιωσε αὐτό πολλές φορές καὶ πάλι καί ξανά, σχηματίζει γιά τόν ἑαυτό του -πῶς νὰ ποῦμε;- μια τέτοια γνώμη: σαν να εἶναι ἕνας πεθαμένος ἄνθρωπος καί δέν μπορεῖ πλέον νὰ δεῖ τὸν ἑαυτό του κάτι να πετυχαίνει. Ἐνῶ πιθανόν νὰ ἔχει μια ἱκανότητα κάτι να κάνει μπορεῖ νὰ ἔχει ἕνα τάλαντο ή κάποιο προτέρημα. Δέν δίνει καμιά ἀξία οὔτε σ' αὐτό. Σαν να λέει: «Εγώ δέν είμαι γιὰ τίποτε, ἐγώ δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτε, ἐγώ δὲν ἀξίζω τίποτε, ἐγώ...»

Εἶναι ἀνάγκη ἑπομένως να βοηθηθεῖ αὐτός ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐκτιμήσει αὐτά πού ἔχει. Προσέξτε. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περί ὑπερηφανείας. Ἴσα-ἴσα τὸ ἄλλο που κάνει, ἡ ὅλη στάση πού παίρνει, εἶναι ὑπερηφάνεια. Χρειάζεται λοιπόν νὰ ἐκτιμήσει κανείς αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔχει. Νὰ τοῦ ποῦμε: «Ἄνθρωπέ μου, μπορεῖς νὰ πεῖς δυό λόγια. Γιατί λές δὲν μπορῶ; Μπορείς, π.χ. να κάνεις αὐτή τή δουλειά. Μπορείς να κάνεις κάτι άλλο. Έχεις το χάρισμα τοῦ θάρρους ἢ τῆς ὑπομονῆς ἢ ὅ,τι ἄλλο». Να βοηθήσουμε τον ἄνθρωπο αὐτό να βρεῖ ὅ,τι τοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός.

Προσέξτε νὰ δεῖτε. Σᾶς εἶπα ὅτι στὴν προκει μένη περίπτωση δέν πρόκειται γιὰ ὑπερηφάνεια. Αὐτός ἐδῶ μὲ τὸ αἴσθημα κατωτερότητος τελικά δὲν κάνει τίποτε ἄλλο, παρά αὐτὸ τὸ ἕνα τάλαντο ποὺ ἔχει -νομίζει, ἄς ποῦμε, ὅτι μόνο ένα τάλαντο τοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός- το θάβει καὶ μάλιστα φθάνει στο σημείο να νομίζει ὅτι δὲν ἔχει κανένα. Αὐτός πού πῆρε τὸ ἕνα τάλαντο, σύμφωνα μὲ τὴν παραβολή πού λέει ὁ Κύριος, το παίρνει καὶ τὸ θάβει, καί ὅταν εἶναι να δώσει λόγο, ἀπαντά: «Ήξερα ὅτι εἶσαι σκληρός. Θερίζεις ἐκεῖ ποὺ δὲν ἔσπειρες καί μαζεύεις ἐκεῖ πού δὲν φύτεψες. Γι αὐτό, πῆγα καί ἔβαλα το τάλαντό σου στη γῆ, ὥστε, ὅταν θὰ ἔρθεις, νὰ πᾶς νὰ τὸ πάρεις μόνος σου. Εγώ δέν ἔχω τίποτε νὰ σοῦ δώσω». Σαν να λέει με πικρία, με κακία, με ζήλεια, με παράπονο: «Ἐμένα δὲν μοῦ χρειαζόταν οὔτε αὐτό».

Χρειάζεται λοιπόν στὸν ἄνθρωπο αὐτὸν ἡ αὐτοεκτίμηση. Τί θὰ πεῖ αὐτοεκτίμηση; Να πάρει κανείς αὐτό τό καταχωνιασμένο τάλαντο, που το ἔχει θάψει κάπου ἐκεῖ, νὰ τὸ βγάλει καὶ νὰ πεῖς «Τό ἔχω αὐτό τό τάλαντο. Δὲν ἔχω οὔτε πέντε οὔτε δύο ὅπως ἄλλοι. Ἔχω ὅμως ἕνα. Αὐτὸ τὸ ἕνα μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός. Το βγάζω ἀπὸ ἐκεῖ μέσα καὶ θὰ κοιτάξω τί μπορῶ νὰ κάνω μὲ αὐτὸ τὸ ἕνα». Αὐτό θὰ πεῖ αὐτοεκτίμηση.

Καί στη συνέχεια χρειάζεται ἡ αὐτοαποδοχή. Αὐτοαποδοχή θὰ πεῖ νά δεχθεῖ κανείς τὸν ἑαυτό του ἔτσι ὅπως εἶναι.

Νὰ τὸ ἐξηγήσουμε αὐτό καλύτερα. Θά ἔρθει ἡ ὥρα ποὺ ὁ κληρικός, ἢ ὁ ὅποιος εἰδικός, θὰ ἀποκαλύψει στον ψυχολογικά ἄρρωστο ἄνθρωπο τά τῆς ψυχῆς του: «Παιδί μου, μᾶλλον ἔχεις αἰσθήματα κατωτερότητος. Ἔτσι ὅπως τὰ λές τα πράγματα, καὶ ὅπως ἐρευνήσαμε στα παιδικά σου χρόνια, ἔπαθες αὐτό, ἔπαθες ἐκεῖνο, καί γι' αὐτό τελικά ἔχεις πέσει σ' αὐτή τήν κατάσταση». Αὐτός, ὅταν τὰ ἀκούσει αὐτά, νὰ μὴν πεῖ: «Πώ πώ, τί ἔπαθα! Για μένα πάει, τελείωσε. Εἶναι χαμένα τα πάντα, καὶ πάει χαμένη ἡ ζωή μου», ἀλλά νά δεχθεῖ τὸν ἑαυτό του. Αὐτό σημαίνει αὐτοαποδοχή. Δηλαδή, νὰ πεῖ ὁ ἄνθρωπος. «Πέρασα ἔτσι τή ζωή μου, εἶχα αὐτὰ τὰ βιώματα, μοῦ συνέβη ἐκεῖνο, ἔκανα αὐτά τὰ λάθη, ἔφθασα ἐδῶ πού ἔφθασα. Τελείωσε. Αὐτός εἶμαι. Ἔτσι ἔζησα, αὐτά ἔκανα. Τώρα ὅμως, μὲ τὸ τάλαντο ποὺ τὸ εἶχα καταχωνιασμένο καί τό βγάζω ἀπό ἐκεῖ, με το τάλαντο αὐτό τό ἕνα θά κοιτάξω τί θα κάνω. Αὐτός πού εἶμαι. Ὄχι νὰ ζητῶ νὰ εἶμαι κάτι ἄλλο. Είμαι ὁ τραυματισμένος, ὁ πληγωμένος, μὲ τὰ αἰσθήματα αὐτά κατωτερότητος». Να δεχθεί κανείς ἔτσι τὸν ἑαυτό του. Ὁπότε, καθώς γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τὸν ἑαυτό του, καθώς αὐτοεκτιμάται καὶ καθώς ἀποδέχεται τὸν ἑαυτό του έτσι ὅπως εἶναι, γιατρεύεται.

Ἡ ὑπερηφάνεια πάντοτε κατεδικάσθη ὑπὸ τῶν ἠθικῶν θεολόγων ὡς σοβαρά ἁμαρτία είναι μία ἐκ τῶν κοινοτέρων πνευματικών διαταραχῶν. Ἐξ ὅσων ὅμως ἐξετέθησαν, κατέστη φανερόν ὅτι αὐτό πού συνήθως καλεῖται ὑπερηφάνεια δὲν εἶναι κατά τό πλείστον τίποτε ἄλλο παρά τεχνητή μέθοδος συγκαλύψεως ἑνός αἰσθήματος κατωτερότητος καὶ ἀνεπαρκείας.

Ἴσως δέν θά ξέραμε τί εἶναι στην ουσία της ἡ ὑπερηφάνεια, ἂν δὲν εἴχαμε ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ σύμπλεγμα κατωτερότητος. Νά, αὐτό εἶναι ὑπερηφάνεια.

Βλέπουμε ἕναν ἄνθρωπο ὑπερήφανο, πολύ ὑπερήφανο, πολύ ἐγωιστή. Αὐτός κατά βάθος ἔχει φοβερό αἴσθημα κατωτερότητος. Ἐὰν δὲν εἶχε αἴσθημα κατωτερότητος, δὲν θὰ εἶχε αὐτὸν τὸν ἐγωισμό, αὐτὴ τὴν ὑπερηφάνεια. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ταπεινός δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει αἴσθημα κατωτερότητος· καὶ ἐπομένως δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ ὑπερηφάνεια. Ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει αἴσθημα κατωτερότητος πιάνει τὸ ἄλλο ἄκρο καί γίνεται ὑπερήφανος, ματαιόδοξος, γίνεται θρασύς, ἐγωιστής.

Διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ πάσχοντος ἀποκτωμένης πληρεστέρας περί ἑαυτοῦ γνώσεως ἡ συγκάλυψις ἐκείνη καὶ τὰ συγγενή της ἐξαφανίζονται, και το τραῦμα τῆς ἀνεπαρκείας ἔρχεται εἰς τὴν συνείδησιν.

Καθώς ἀρχίζει ὁ ἄρρωστος ὅλα αὐτὰ νὰ τὰ μαθαίνει, να τα γνωρίζει καὶ νὰ τὰ καταλαβαίνει, το τραύμα ἔρχεται στο συνειδητό τὸ ἔχει πιά μπροστά του. Όπως δηλαδή ἕνας γιατρός βλέπει κάποιον χτυπημένο, ποὺ ἐπάνω στο τραύμα του ἔχει σκόνη, λάσπες, κοπριές, ἀνάλογα μὲ τὸ ποῦ χτύπησε, καὶ ἀρχίζει νὰ τὰ ἀπομακρύνει ὅλα αὐτά πλένοντας το τραύμα καί καθαρίζοντάς το μέ όξυζενέ καί μὲ ὅ,τι ἄλλο χρειάζεται. Καί τελικά έχει πιά γυμνό το τραύμα μπροστά του. Ἔρχεται λοιπόν -σ' αὐτὸν ποὺ ἔχει σύμπλεγμα κατωτερότητος- το τραῦμα στο συνειδητό.

Τότε ἀκριβῶς τὸ ἄτομο πρέπει νὰ ἐνθαρρυνθῇ, ὥστε ἀκριβέστερον νά ἐκτιμήσῃ τάς ἱκανότητάς του καὶ τὰ ἐπιτεύγματά του. Πρέπει νὰ τοῦ ὑπομνησθῇ ὅτι εἶναι κακόν καί διὰ τὸν ἴδιον καί διά την κοινωνίαν, καὶ ὅτι εἶναι πράγματι ἁμαρτία ἔναντι τοῦ Θεοῦ νὰ ἀρέσκεται εἰς τὴν αὐτοϋποτίμησιν.

Ἄλλο εἶναι ἡ κατά Θεόν αὐτομεμψία καί ἄλλο εἶναι ἡ αὐτομεμψία πού προέρχεται ἀπό ἀρρωστημένη κατάσταση· δηλαδή ἡ αὐτομεμψία ἐκείνου πού ἔχει αἰσθήματα κατωτερότητος.

Πρέπει νὰ τὸν προτρέψωμεν νά ἐκθέσῃ γραπτῶς τὰ ὑπὲρ καί τά κατά εἰς τήν ζωήν του, τάς ἐπιτυχίας καὶ τὰς ἀποτυχίας του. Πρέπει νὰ τοῦ ἐξηγηθῇ ἐπαρκῶς ὅτι ὑπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά μεταξύ συναισθήματος κατωτερότητος καί τοῦ γεγονότος τῆς κατωτερότητος.

Δηλαδή, μπορεῖ νά μήν εἶσαι κατώτερος ἀπό τοὺς ἄλλους, ἀλλά ἐσύ να νομίζεις ὅτι εἶσαι, ἐπειδή έχεις τὸ αἴσθημα αὐτό ὡς ἀρρώστια πλέον μέσα σου. Ἄλλο εἶναι αὐτό, νὰ ἔχεις δηλαδή το συναίσθημα τῆς κατωτερότητος, καί ἄλλο εἶναι νὰ εἶσαι ὄντως κατώτερος.

Κατά κανόνα οἱ ἄνθρωποι πού ὑποφέρουν ἐκ τοῦ συμπλέγματος κατωτερότητος δέν εἶναι εἰς τὴν πραγματικότητα διόλου κατώτεροι τῶν ἄλλων.

 Αὐτοί ποὺ ὑποφέρουν, λέει ὁ συγγραφέας, ἀπό αἴσθημα κατωτερότητος, ἀπό τὸ σύμπλεγμα κατωτερότητος, κατά κανόνα δέν εἶναι ὑποδεέστεροι ἀπό τούς ἄλλους. Ἔχουν δηλαδή καί αὐτοί τίς ἱκανότητές τους, τά προσόντα τους, ἔχουν καί αὐτοί τα τάλαντά τους. Ὅπως ἔδωσε ὁ Θεός σε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τάλαντα, ἔδωσε καί σ' αὐτούς· ἀλλά τραυματίστηκαν ἀπό διάφορες αἰτίες, ὅπως εἴπαμε, καί ἔτσι δημιουργήθηκε αὐτή ἡ ἀνώμαλη κατάσταση στήν ψυχή τους.

30-3-1969

Κάθε ἄνθρωπος ἔχει τὰ μαρτύριά του, τα βάσανά του, τίς δυσκολίες του, τίς πίκρες του.
Με μόνη τη διαφορά ὅτι, ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν προδιάθεση για να πάθουν, τελικά, ἂν δὲν τὰ ἀντιμετωπίσουν ὅλα αὐτά σωστά, παθαίνουν (ψυχολογικά) οἱ ἄλλοι τὰ καταφέρνουν καί ξεφεύγουν.