Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2025

«Περί της ουσίας της ανθρώπινης ελευθερίας» του F. W. J. Schelling (3)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2024

Περί της ουσίας της ανθρώπινης ελευθερίας α

Του Friedrich Schelling, Εκδόσεις Reclam, 2021

Οι φιλοσοφικές έρευνες περί της ουσίας της ανθρώπινης ελευθερίας μπορεί εν μέρει να αφορούν την ορθή έννοια της (ανθρώπινης ελευθερίας). Καθώς το γεγονός της ελευθερίας, με το τόσο άμεσα εντυπωμένο το αίσθημα της ελευθερίας στον καθένα, δεν βρίσκεται με κανένα τρόπο στην επιφάνεια, ώστε για να εκφραστεί έστω και με λέξεις, δεν θα χρειαζόταν απλώς καί μόνο μια συνηθισμένη καθαρότητα και βάθος του νοήματος. Εν μέρει, μπορεί (οι φιλοσοφικές έρευνες) να αφορούν τη συνάφεια της έννοιας αυτής με το όλο μιας επιστημονικής κοσμοθεωρίας. Επειδή όμως καμιά έννοια δεν μπορεί ορισθεί μεμονωμένα, και μόνο η απόδειξη της συνάφειάς της με το όλο της δίνει την τελική επιστημονική τελείωση· πράγμα που στην περίπτωση της έννοιας της ελευθερίας θα πρέπει κατά προτίμηση να ισχύει, η οποία (έννοια), αν έχει οποιαδήποτε πραγματικότητα, δεν είναι απλώς μια υποταγμένη ή παράπλευρη έννοια, αλλά πρέπει να είναι ένα από τα κυρίαρχα κέντρα του συστήματος: στο σημείο αυτό συμπίπτουν και γίνονται ένα, εκείνες οι δυο πλευρές της έρευνας. Σύμφωνα με ένα παλιό θρύλο, που με κανένα τρόπο όμως δεν έχει σιγήσει, η έννοια της ελευθερίας πρέπει να είναι εντελώς ασύμβατη με το σύστημα, και κάθε φιλοσοφία που προβάλλει την απαίτηση της ενότητας και ολότητας (θα πρέπει να) καταλήγει στην άρνηση της ελευθερίας. Δεν είναι εύκολο να αντιταχθεί κανείς στις γενικές διαβεβαιώσεις αυτού του είδους· γιατί, ποιος ξέρει, ποιες περιοριστικές αντιλήψεις συνδέονται με τη λέξη σύστημα, έτσι ώστε ο ισχυρισμός να λέει κάτι αληθινό, αλλά και πολύ κοινό. Ή μήπως αυτή είναι η γνώμη, πως δηλαδή στην έννοια της ελευθερίας αντιτίθεται η έννοια του συστήματος, καθόλα και εξ εαυτού: είναι λοιπόν περίεργο το πως, πρέπει να υπάρχει κάποιο σύστημα, έστω στη θεϊκή διάνοια, με το οποίο συνυπάρχει η ανθρώπινη ελευθερία, επειδή ακριβώς η ατομική ελευθερία, συνδυάζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με την ολότητα του κόσμου (είτε την θεωρεί κανείς ρεαλιστικά, είτε ιδεαλιστικά). Το να ισχυρισθεί κανείς γενικά, ότι το σύστημα αυτό δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει αντιληπτό από την ανθρώπινη διάνοια, σημαίνει ότι δεν ισχυρίζεται τίποτα· δηλαδή, αναλόγως του πως κατανοείται η δήλωση αυτή, μπορεί να είναι ορθή ή εσφαλμένη. Καθοριστικής σημασίας είναι ο προσδιορισμός της αρχής, βάσει της οποίας ο άνθρωπος γνωρίζει· πάνω στην παραδοχή μιας τέτοιας γνώσεως, θα μπορούσε να εφαρμοστεί αυτό που Σέξτος λέει αναφερόμενος στον Εμπεδοκλή: ο γραμματικός και ο αγνοών, μπορούν να φανταστούν πως αναδύονται ιδιότητες από καύχηση και εξύψωση πάνω από τους άλλους ανθρώπους, που θα πρέπει να είναι ξένες στον κάθε ένα που έχει έστω και ελάχιστη εξάσκηση στη φιλοσοφία· όποιος όμως ξεκινά από τη φυσική θεωρία, και γνωρίζει, πως είναι μια πολύ παλιά διδασκαλία, αυτή που λέει πως το όμοιο γνωρίζεται από το όμοιο (που υποτίθεται προέρχεται από τον Πυθαγόρα, αλλά συναντάται στον Πλάτωνα, και ειπώθηκε πολύ νωρίτερα από τον Εμπεδοκλή), θα καταλάβει, πως ο φιλόσοφος, ισχυρίζεται μια τέτοια (θεϊκή) γνώση, επειδή μόνο αυτός, κρατώντας τη διάνοια του καθαρή και μη συσκοτισμένη από την κακία, με το Θεό μέσα του, συλλαμβάνει το Θεό έξω του. (Sext. Empir. Adv. Grammaticos. L. I, c. 13. P.283. ed.Fabric.) Μόνο για αυτούς που αποστρέφονται την επιστήμη, είναι συνηθισμένο, να αντιλαμβάνονται σε αυτήν μια γνώση, όπως αυτήν της συνηθισμένης γεωμετρίας, που είναι απόμακρη και νεκρή. Πιο σύντομο και αποφασιστικό θα ήταν, να αρνηθούμε το σύστημα στη βούληση και στη λογική του πρωταρχικού όντος (Urwesen)· να πούμε δηλαδή, πως εάν υπάρχουν, τότε καί μόνο ατομικές βουλήσεις, κάθε μια από τις οποίες αποτελεί κέντρο για τον εαυτό της, και σύμφωνα με την έκφραση του Fichte, αποτελεί την απόλυτη ουσία του κάθε εγώ. Πάντοτε όμως, η λογική που απαιτεί την ενότητα, και το αίσθημα που επιμένει στην ελευθερία και την προσωπικότητα, μπορούν να οδηγηθούν σε οπισθοχώρηση, μόνο με ένα εξουσιαστικό λόγο, ο οποίος διαρκεί για κάποιο διάστημα, αλλά στο τέλος καταστρέφεται. Έτσι και η διδασκαλία του Fichte, θα έπρεπε να μαρτυρήσει για την αναγνώριση της ενότητας εκ μέρους της, έστω και με την φτωχή μορφή μιας ηθικής κοσμικής τάξεως, δια της οποίας (μαρτυρίας) θα κατέληγε αμέσως σε αντιφάσεις και ασυνέπειες. Φαίνεται λοιπόν, πως όσα μπορούν να ειπωθούν για εκείνο τον ισχυρισμό, περί της απλώς ιστορικής θέσεως, από τα μέχρι τούδε συστήματα-(δεν βρήκαμε πουθενά λόγους που να πηγάζουν από την ουσία της λογικής και της γνώσης)-η συνάφεια της έννοιας της ελευθερίας με την ολότητα της κοσμοθεωρίας θα παραμείνει για πάντα αντικείμενο ενός αναγκαίου προβλήματος, χωρίς τη λύση του οποίου, έννοια της ελευθερίας θα παραμείνει ασταθής, η δε φιλοσοφία χωρίς καμιά αξία. Γιατί αυτό το μεγάλο πρόβλημα (αποστολή) είναι από μόνη της η ασυνείδητη και αόρατη ώθηση κάθε προσπάθειας προς γνώση, από τη χαμηλότερη μέχρι την ύψιστη· χωρίς την αντίφαση αναγκαιότητας και ελευθερίας, θα βυθιζόταν στον θάνατο, όχι μόνο η φιλοσοφία, αλλά κάθε ανώτερη βούληση του πνεύματος, που είναι (ο θάνατος) χαρακτηριστικό εκείνων των επιστημών, όπου (η αντίφαση) δεν έχει κάποια εφαρμογή. Το να αποτραβηχτεί κανείς από την πράξη, δια της απόρριψης της λογικής, μοιάζει περισσότερο με φυγή, παρά με νίκη. Κάποιος άλλος, θα μπορούσε με το δίκιο του να γυρίσει την πλάτη στη ελευθερία, για να ριχτεί στην αγκαλιά της λογικής και της αναγκαιότητας, χωρίς να υπάρχει κάποια αιτία θριάμβου στην μια ή στη άλλη πλευρά.

Η συγκεκριμένη γνώμη εκφράστηκε σαφέστερα στην εξής πρόταση: το μόνο δυνατό σύστημα της λογικής είναι ο πανθεϊσμός, αυτός όμως είναι αναπόφευκτα φαταλισμός (γνωστές είναι και παλιότερες εκφράσεις αυτού του τύπου. Αν η δήλωση του Fr. Schlegel, στο έργο του «Περί της γλώσσας και της σοφίας των Ινδών», ότι δηλαδή ‘ο πανθεϊσμός είναι το σύστημα του καθαρού λόγου’, έχει άλλο νόημα, το αφήνουμε ανοικτό). Είναι αναμφίβολα μια εξαιρετική επινόηση για τέτοια γενικά ονόματα, με τα οποία ολόκληρες θεωρήσεις χαρακτηρίζονται με τη μια. Άπαξ και βρήκε κανείς το σωστό όνομα για ένα σύστημα, τα υπόλοιπα προκύπτουν από μόνα τους, και είναι απαλλαγμένος από τον κόπο να εξετάσει ακριβέστερα το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του. Ακόμα και ο άσχετος, μόλις του δοθούν (τα ονόματα), μπορεί με τη βοήθεια τους να κρίνει ακόμα και την πιο πολύπλοκη σκέψη. Στην περίπτωση ενός τέτοιου εξαιρετικού ισχυρισμού, σημασία έχει ο ακριβέστερος ορισμός της έννοιας. Γιατί έτσι δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς, πως στην περίπτωση που ο πανθεϊσμός δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά την εμμένεια των πραγμάτων μέσα στο Θεό, τότε κάθε λογική άποψη πρέπει με κάποιο τρόπο (νόημα) να ελκύεται προς αυτή τη διδασκαλία. Τη διαφορά εδώ όμως την κάνει ακριβώς το νόημα. Είναι αδιαμφισβήτητο, πως το φαταλιστικό νόημα μπορεί να συνδεθεί με αυτό. Το ότι όμως δεν συνδέεται ουσιωδώς με αυτό, διαλάμπει από το γεγονός πως τόσοι πολλοί οδηγήθηκαν δια του πιο ζωντανού αισθήματος της ελευθερίας σε εκείνη την άποψη. Οι περισσότεροι, αν ήταν ειλικρινείς, θα παραδέχονταν, πως έτσι όπως είναι συγκροτημένες οι αντιλήψεις τους, η ατομική ελευθερία, με όλες σχεδόν τις ιδιότητες ενός ύψιστου όντος, τους φαίνεται να βρίσκεται σε αντίφαση προς την παντοδυναμία, για παράδειγμα. Με την ελευθερία επιβάλλεται μια σύμφωνα με την αρχή απροϋπόθετη δύναμη, έξω και δίπλα από τη θεϊκή, και η οποία είναι αδιανόητη σύμφωνα με εκείνες τις έννοιες. Όπως ο ήλιος στο στερέωμα σβήνει όλα τά φώτα του ουρανού, έτσι, και ακόμα πιο πολύ, το κάνει η άπειρη δύναμη με εκείνη την πεπερασμένη. Η απόλυτη αιτιότητα μέσα σε ένα ον, αφήνει για όλα τα άλλα μόνο μια αναγκαία παθητικότητα. Σε αυτό προστίθεται η εξάρτηση όλων των κοσμικών όντων από τον Θεό, και το πως ακόμα και η διάρκεια τους είναι πάντοτε μια εκ νέου δημιουργία, μέσα στην οποία το πεπερασμένο ον δεν παράγεται ως ένα απροσδιόριστο γενικό, αλλά ως αυτό το συγκεκριμένο, μοναδικό, με τέτοιες και όχι άλλες σκέψεις, σκοπούς και πράξεις. Το να πούμε ότι ο Θεός συγκρατεί την παντοδυναμία του, για να μπορεί να δρα ο άνθρωπος, ή ότι επιτρέπει την ελευθερία, δεν εξηγεί τίποτε: αν ο Θεός αποτραβούσε για μια στιγμή τη δύναμη του, ο άνθρωπος θα έπαυε να υπάρχει. Υπάρχει κάποια άλλη διέξοδος από αυτή την επιχειρηματολογία, εκτός από τον άνθρωπο με την ελευθερία του, καθώς αυτή είναι αδιανόητη σε αντίθεση προς την παντοδυναμία, για να σωθεί το θεϊκό ον, να πούμε πως ο άνθρωπος δεν είναι έξω, αλλά μέσα στο Θεό, και πως η δραστηριότητα του ανήκει στην ζωή του Θεού; Ξεκινώντας ακριβώς από αυτό το σημείο, οι μυστικοί και οι θρησκευτικές ψυχές όλων των εποχών κατέληξαν στην πίστη περί ενότητας του ανθρώπου με το Θεό, η οποία (πίστη) φαίνεται να ανταποκρίνεται στο εσώτατο αίσθημα, το ίδιο ή και περισσότερο έντονα από τη διάνοια ή την υπόθεση. Η ίδια η Γραφή βρίσκει στη συνείδηση της ελευθερίας τη σφραγίδα και την βεβαιότητα της πίστεως, πως εμείς ζούμε και είμαστε εν Θεώ. Πως μπορεί λοιπόν η διδασκαλία να βρίσκεται αναγκαίως σε διαμάχη με την ελευθερία, που τόσοι πολλοί κέρδισαν, για να σώσουν ακριβώς την ελευθερία;

Μια άλλη, όπως συνήθως πιστεύεται πιο ακριβής, εξήγηση του πανθεϊσμού, είναι ότι συνίσταται στην πλήρη ταύτιση του Θεού με τα πράγματα, μια ανάμιξη του πλάσματος με τον πλάστη, από την οποία προκύπτει μια πληθώρα άλλων πιο σκληρών και αφόρητων ισχυρισμών. Είναι σχεδόν αδύνατο να σκεφτούμε πιο ολοκληρωτική διάκριση των πραγμάτων από τον Θεό, από εκείνη τη διδασκαλία του Σπινόζα, που θεωρείται κλασσική. Ο Θεός είναι αυτό, που είναι μέσα στον εαυτό του, και μπορεί να κατανοηθεί μόνο μέσα από τον εαυτό του. Το πεπερασμένο όμως, είναι αναγκαστικά μέσα σε κάτι άλλο, και μπορεί μόνο μέσα από αυτό να συλληφθεί. Σύμφωνα με αυτή τη διαφοροποίηση, είναι προφανές, πως τα πράγματα δε διαφέρουν από το Θεό απλώς βαθμιαία ή λόγω των περιορισμών τους, προκύπτει από μια επιφανειακή παρατήρηση της διδασκαλίας περί τροποποιήσεων (Modifikationen), αλλά διαφέρουν από το Θεό toto genere (εντελώς). Όποια και να είναι η σχέση τους με το Θεό, είναι με τον τρόπο αυτό απολύτως διαχωρισμένα από το Θεό, ώστε μπορούν να είναι μόνο μέσα και σύμφωνα με κάποιον άλλο (με Αυτόν δηλαδή), πως η έννοια τους είναι παράγωγη, και δεν είναι δυνατή χωρίς την έννοια του Θεού. Επειδή όμως Αυτός είναι ο μόνος αυτάρκης και πηγαίος, ο μόνος που καταφάσκει στον εαυτό του, όλα τα άλλα μπορούν να του φέρονται ως αποδέκτες της κατάφασης, ως συνέπεια προς το θεμέλιο. Μόνο που υπό αυτή την προϋπόθεση ισχύουν άλλες ιδιότητες των πραγμάτων, όπως για παράδειγμα η αιωνιότητα τους. Ο Θεός είναι κατά την φύση του αιώνιος· τα πράγματα όμως είναι (αιώνια) μόνο με αυτόν και ως συνέπεια του Είναι Του, καθώς είναι παράγωγα. Εξαιτίας αυτής της διαφοράς, όλα τα μεμονωμένα πράγματα μαζί, δεν μπορούν, όπως συνήθως λέγεται, να αποτελούν τον Θεό, αφού δεν υπάρχει τέτοιο είδος συμπερίληψης, που να μπορεί να μεταβεί από το φύσει παράγωγο στο φύσει πηγαίο, όπως ακριβώς όλα μαζί τα μεμονωμένα σημεία μια περιφέρειας, δεν μπορούν να αποτελέσουν την περιφέρεια, αφού αυτή ως ολότητα, προηγείται αναγκαστικά αυτών, βάσει της έννοιας της. Ακόμα πιο άνοστη είναι η συνέπεια, πως στον Σπινόζα, ακόμα και το μεμονωμένο πράγμα πρέπει να είναι ίδιο με το Θεό. Γιατί αν η δυνατή έκφραση, πως κάθε πράγμα είναι ένας τροποποιημένος Θεός, βρισκόταν σε Αυτόν, τότε τα στοιχεία της έννοιας είναι τόσο αντιφατικά, που αμέσως μετά τη σύνθεση αποσυντίθεται. Ένας τροποποιημένος, δηλαδή παράγωγος Θεός, δεν είναι Θεός με την αυθεντική έννοια. Με αυτή και μόνο την προσθήκη, το πράγμα επιστρέφει πάλι στη θέση του, δια της οποίας (θέσης) ήταν αιώνια χωρισμένο από το Θεό. Ο λόγος τέτοιων παρερμηνειών, που υπέστησαν σε μεγάλο βαθμό και άλλα συστήματα, βρίσκεται στην γενική παρερμηνεία του νόμου της ταυτότητας, ή της σημασίας του συνδετικού ρήματος (Copula) μέσα στην κριτική.

Συνεχίζεται

ΑΝ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΜΕ ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΘΑ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΟΣΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΘΟΤΙ ΘΑ ΜΑΣ ΦΩΤΙΣΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ.

Κωστής Παπαγιώργης - Η οντολογία του Μαρτιν Χαϊντεγκερ - Μετά το Είναι και χρόνος : β) Η ποίηση

 Συνέχεια από: Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2025

Η οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγκερ, <Νεφέλη>, Αθήνα 1983 

[Εισαγωγική σημείωση / Εισαγωγή {1. Ο αποχρών λόγος – 2. Το κενό και το μηδέν – 3. Το ον λέγεται πολλαχώς – 4. Η διαφορά – 5. Το cogito – 6. Η θεωρία του σχηματισμού – 7. Η αναφορικότητα – 8. Ο χρόνος} / Η υπαρκτική αναλυτική {1. Προχειρότητα και παρεύρεση – 2. Η μέριμνα – 3. Συνύπαρξη και απροσωπία – 4. Εννόηση, ομιλία, πτώση, εύρεση – 5. Η αλήθεια – 6. Το όχι-ακόμα – 7. Η φωνή της συνείδησης – 8. Η χρονικότητα των υπαρκτικών δομών – 9. Η ιστορικότητα} / Μετά το Είναι και χρόνος {α) Η τεχνική – β) Η ποίηση}] 

ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ

β) Η ποίηση

Όσο κι αν φαίνεται παράταιρο, ο Χάιντεγγερ δε διστάζει να περάσει – στο μάκρος δεκαετιών βέβαια – από τη στεγνή γλώσσα της φαινομενολογίας στην ποίηση. Πάνω σ' αυτό ο καθένας έχει τους λόγους του να επιφυλάσσεται. Να βλέπει την υποκρισία μιάς σκέψης που αδυνατεί να ομολογήσει την ήττα της, τον εξοργιστικό ουτοπισμό ενός ανθρώπου που θέλει να ανακαλύπτει παντού τη δική του σκέψη η την ανεύθυνη γονιμότητα μιάς φιλοσοφικής μήτρας που συλλαμβάνει με το κενό. 'Ασφαλώς πρόκειται για μια γενικευμένη έχθρα που δε θα είχε λόγο ύπαρξης αν την επιθυμία μας «να έχουμε γνώμη για τον Χάιντεγγερ» τη συνόδευε η διάθεση «να έχουμε γνώση του τι λέει ο Χάιντεγγερ».

Η στροφή προς την ποίηση ουσιαστικά είναι στροφή προς τη λέξη. Χωρίς υπερβολή, η αναλυτική της ύπαρξης τώρα μεταμορφώνεται σε αναλυτική του ονόματος. Το dα του DA-sein, γράφει ο Ρικέρ (Le conflit des interprétations, Seuil, σ. 231), στη δεύτερη περίοδο αντιπροσωπεύεται από τη λέξη. 'Αλλά αυτή η ενθουσιώδης ενασχόληση με τη γλώσσα δεν ανέχεται συγγένειες με καμιά φιλοσοφία της γλώσσας η σημαντική. Εξαρχής υπογραμμίζεται η πεποίθηση ότι η ουσία της γλώσσας δεν εξαντλείται στη σημασία, στη γραμματική δομή της πρότασης, στη σημειολογική της συμπεριφορά. Γι' αυτό άλλωστε η λέξη δε θεωρείται σημείο, ένα σύνθεμα αισθητού και νοητού που με μια απλή κίνηση ανάγεται στον πλατωνισμό. Πέρα από τη σημασία της λέξης ο Χάιντεγγερ συγκεντρώνει την προσοχή του στην νευματική της αξία (winken). Wink, ως νεύμα, είναι ένας τρόπος να κάνω τον άλλον να δεί, ένας τρόπος, θα λέγαμε σε μιάν αμφίβολη γλώσσα, που μιλάει με τις λέξεις και χωρίς τις λέξεις.

Οπωσδήποτε δεν είναι συμπτωματικό ότι αυτή η άποψη απευθύνεται σε έναν Ιάπωνα – σε κάποιον που βρίσκεται εκτός δυτικής μεταφυσικής παραδόσεως (η απήχηση του Είναι και Χρόνος στην Ιαπωνία είναι μοναδική: πέντε διαφορετικές μεταφράσεις έχουν εκδοθεί στο Τόκυο). Σε έναν άνθρωπο δηλαδή που, όπως ξέρουμε από το θέατρο Νο, ανήκει σε μια μεγάλη παράδοση νευμάτων και σιωπής. Έξω από κάθε lingua, langue, langage, wink είναι το νεύμα που επιτρέπει σε κάτι να εμφανιστεί. Συνυφαίνεται με το zeihen, zichten, δείκνυμι: δίνω σε κάποιον την ευκαιρία να δει, φέρνω στο φως της ημέρας. Το αποφαίνεσθαι, μέσα από την ετυμολογική του πιστότητα, δεν δηλώνει βέβαια κάτι διαφορετικό· επειδή όμως χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στη λογική, από τη στιγμή που πρέπει γλωσσικά να δώσουμε το σχήμα της εμπειρίας του Είναι, κάθε τετριμμένη και σφετερισμένη ερμηνεία πρέπει να εγκαταλειφθεί.

Η πιο κοινόχρηστη ερμηνεία είναι αυτή που θεωρεί τη γλώσσα όργανο, λεκτικό εργαλείο. Χρησιμοποιώ τη γλώσσα, λέμε, για να πω κάτι. Σε αυτή την περίπτωση οι λέξεις έχουν λαβές όπως τα εργαλεία που τις αδράχνουμε για να κάνουμε κάτι. Αν όμως η γλώσσα είναι κάτι που άλλοτε το χρησιμοποιώ κι άλλοτε το εγκαταλείπω, θα ήταν απόλυτα ξένη με την ουσία του ανθρώπου. Όπως ξένη με την ουσία του είναι και η ερμηνεία που θεωρεί τον άνθρωπο κύριο της γλώσσας και δημιουργό της. Το πόσο άτοπο είναι αυτό δε χρειάζεται να άνατρέξουμε στην καταγωγή για να το διαπιστώσουμε. 'Αρκεί το παρόν. Και το παρόν δείχνει ότι ο άνθρωπος ζει μέσα στη γλώσσα και από τη γλώσσα. Αυτή νεύει, οδηγεί, δείχνει, ονομάζει και μας φέρνει σε επαφή με τα πράγματα. 'Αδιάφορο αν προφέρουμε τη λέξη, βγαίνουμε από το δάσος διασχίζοντας τη λέξη «δάσος», πίνουμε νερό από τη βρύση μέσα στη λέξη «βρύση», αναπνέουμε τον καθαρό αέρα μαζί με την λέξη.

Μονάχα όποιος δεν βρίσκει σκανδαλώδη αυτή την άποψη, έχει τη δυνατότητα να κατανοήσει κάτι ακόμα πιο σκανδαλώδες: ότι αυτό που μιλάει δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά η γλώσσα. Με άλλα λόγια, δεν έχουμε μια σειρά σκέψεις στο νού μας που συνακόλουθα θα κληθεί η γλώσσα να τις μεταφράσει, αλλά εξ υπαρχής η γλώσσα είναι αυτή που συγκροτεί τις σκέψεις. Δεν είναι αλόγιστο να επιμένει κανείς ότι ο άνθρωπος μιλάει μόνο στο μέτρο που συστοιχεί με τη γλώσσα (Hebel, l' ami de la maison, Gallimard, questions III, σ. 67). Τι άλλο εννοούσαμε όταν λέγαμε ότι η ύπαρξη δεν κατέχει την ελευθερία, αλλά κατέχεται από αυτή; Στις ανώτερες στιγμές της η ύπαρξη παραδίδεται σε κάτι: στην ελευθερία ως ουσία της αλήθειας, στην αγωνία ως αποκάλυψη της διαφοράς, στη γλώσσα ως διάνοιξη του Είναι. Κάθε αυθεντικότητα είναι μια μορφή ποιητικής ομηρείας.

Καταφεύγοντας στους ποιητές η προβληματική του Είναι θέλει να ακούσει τα δικά της λόγια με άλλο τρόπο. Όχι πως στα γραφτά του Χαίντερλιν, του Ρίλκε και του Τράκλ, ο Χάιντεγγερ πασχίζει πάση θυσία να ανακαλύψει προδρόμους, επαληθεύσεις, συνενοχές. Αντίθετα, πιστεύει ακράδαντα στο αυτόνομο κύρος του λόγου τους. Το παιχνίδι των αναγνώσεων της γερμανικής ποίησης – που όπως όλες οι χαιντεγγεριανές αναγνώσεις έμειναν κλασικές – παίζεται σε ένα επίπεδο όπου η ατομικότητα υποχωρεί μπρός στην υπερατομικότητα του βιώματος. Μέσα στην ποιητική τους αυτοτέλεια αυτοί οι ποιητές βάδισαν μέσα στην καθαυτό αλήθεια του Είναι. Έτσι ο διάλογος που επιχειρεί η σκέψη με την ποίησή τους εμπνέεται από μια πρόθεση ριζικά διαφορετική από εκείνη που καθοδηγούσε τις αναγνώσεις του Καντ, του Καρτέσιου, του Χέγκελ η του Σέλινγκ. Με τους φιλοσόφους το κύριο ήταν η διένεξη, με τους ποιητές το σημαντικό είναι η συμφωνία. Συμφωνία σιωπής μπροστά στο άρρητο. Αυτός είναι ο λόγος που όλα τα σχετικά κείμενα του Χάιντεγγερ διαβάζονται σαν ποιήματα που δεν επιδέχονται μεταφορά, επεξήγηση, συμπύκνωση.

Η ποίηση δεν εξηγεί, δεν ερμηνεύει – παραδίδεται στο μυστήριο. Ξένη προς κάθε αποχρώντα λόγο που θα πρόσφερε άφθονες εξηγήσεις δυνάμει μιάς αυτοθεμελιούμενης αρχής, η λέξη ανακαλεί την παρουσία των πραγμάτων μέσα από την παντελή έλλειψη θεμελίωσης. Έτσι γίνεται κατανοητή η αγάπη που δείχνει ο Χάιντεγγερ γι' αυτούς τους ταπεινούς στίχους του Angelus Silesius:

Το ρόδο δεν έχει γιατί, ανθίζει επειδή ανθίζει,

δε φροντίζει για τον εαυτό του, δεν ποθεί να το δούν.

Η ποίηση είναι θεμελίωση του Είναι με τη λέξη. Θεμελίωση, που φωτίζοντας το αβυσσαλέο, είναι η ίδια η έλλειψη θεμελίου (Grunde abgrundig). Σαν κι εκείνη δηλαδή που διατύπωνε με μεγαλειώδη τρόπο ο Ηράκλειτος:

Αἰῶν παῖς ἐστι παίζων πεσσεύων παιδός ἡ βασιληίη

Γιατί παίζει το μεγάλο παιδί του Ηράκλειτου; Το παιδί που παίζει το μεγάλο παιχνίδι του κόσμου; Το επειδή – κάθε επειδή – εξαφανίζεται μέσα στο παιχνίδι. Και τούτο γιατί το παιχνίδι δεν επιδέχεται αιτία. Το μόνο που παραμένει είναι το παιχνίδι. Το πιο υψηλό και το πιο βαθύ. Κι αυτό το μόνο είναι το όλο. Εν πάντα. Στον Ηράκλειτο, στον Παρμενίδη, στον Αναξίμανδρο, όπως και στον Χαίντερλιν, στον Ρίλκε, στον Τράκλ, ο Χάιντεγγερ γυρεύει το ίδιο πράγμα: ένα λόγο πέρα από κάθε εξήγηση, και μια θεμελίωση με τη λέξη που αψηφά κάθε αιτία

Η μοίρα του Είναι παραδίδεται στα χέρια των ποιητών. Και μέσα στο κλίμα αυτής της αλύτρωτης απόγνωσης παρακολουθούμε τη σκέψη του Χάιντεγγερ στην τελική της και μάταια χειρονομία. Να επαναφέρει μέσα στη σημερινή τεχνική ερήμωση μια νέα μυθολογία. Η γη και ο ουρανός, οι θνητοί και το ιερό, ο αιθέρας και η γαλήνη καλούνται να αποτελέσουν το αντιστάθμισμα της τεχνικής. Δεν πρόκειται για μια στροφή προς την οντικότητα. Ο λόγος που κρατάει ανοιχτό το πεδίο όπου ο άνθρωπος – πάνω στη γη και κάτω από τον ουρανό – κατοικεί το σπίτι του κόσμου, είναι πάντα ο λόγος που διανοίγει το Είναι. Το σπίτι του κόσμου δεν είναι άλλο από το σπίτι του Είναι που χτίζει η ποιητική γλώσσα. Μόνο αυτή είναι ικανή για το μέγα συμβάν (das Ereignis) που χαρίζει θεμέλιο και πατρίδα μέσα στο αθεμελίωτο. Εγκαταλελειμμένος στο μυστήριο του αβυσσαλέου ο άνθρωπος κατακτά κάτι δικό του (das eigene) που το ζει χωρίς να το εξηγεί γιατί εξήγηση δεν υπάρχει.

Αυτή πιθανώς είναι μια από τις μεγάλες υποθήκες ενός στοχαστή που, μέσα στο σύγχρονο κόσμο, πάσχισε όσο κανείς άλλος να ξαναδώσει το κύρος σε μιάν λησμονημένη ερώτηση. Γι' αυτό έχει ειδική σημασία να τελειώσουμε με την πλατωνική φράση που άρχισε το οδοιπορικό του: δῆλον γάρ ὡς ὑμεῖς μέν ταῦτα (τί ποτε βούλεσθε ση μαίνειν ὁπόταν ὄν φθέγκησθαι) πάλαι γιγνώσκετε, ἡμεῖς δὲ πρὸ τοῦ μέν ὠόμεθα, νῦν δ' ἠπορήκαμεν. Το ἡπορήκαμεν παραμένει μοιραίο και ιστορικό. Κάθε απόπειρα απάντησης είναι το τελευταίο βήμα αυτής της ερώτησης. Να γιατί το Είναι και Χρόνος δεν προτάθηκε ποτέ σαν λύση αυτής της απορίας, αλλά μόνο σαν δρόμος. Απειρος δρόμος, δρόμος πολύπλοκος που μέσα στους τρίβους του χάθηκαν και εξαντλήθηκαν τα πιο μεγάλα πνεύματα της δυτικής σκέψης. Μπρός στη θεσπέσια μουσική αυτής της ερώτησης, όλες οι αποκρίσεις μοιάζουν τερετίσματα, τιτιβίσματα των χελιδονιών, άναρθρες πνοές του τζίτζικα, σαν κι αυτές που θυμήθηκε ο Αριστοτέλης ('Αναλυτικών υστέρων, 83 α, 33) για να ειρωνευτεί τις πλατωνικές ιδέες. Τερετίσματα που, είτε στον μεγαλύτερο στοχαστή ανήκουν, είτε στον τελευταίο σχολιαστή, δεν ξεφεύγουν από το βιβλικό:

μανή, θεκέλ, φάρες (Εμετρήθης, Εζυγίσθης και Ευρέθης Ελλιπής).

Δανιήλ, Ε΄ 25.

Παρίσι-Αθήνα

1972-1982

                               ΤΕΛΟΣ

Η τουρκία πάτησε τον κάλο της Κίνας - Κώστας Γρίβας



Πόση αλήθεια αντέχεις;;; - Γιώργος Αδαλής


Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2025

ΤΑ ΡΕΥΜΑΤΑ

Γράφει ο Ελευθέριος Αναστασιάδης

Ασφαλώς, έχετε νοιώσει την εμπειρία να περπατάτε και, ξαφνικά, να νοιώσετε ένα ρεύμα αέρα, το απρόσμενο φύσημα  ενός ανέμου, να σας παρασέρνει και να σας τυλίγει. Αν μάλιστα αυτό το ρεύμα είναι δυνατό, μπορεί ακόμη και να σας κάνει να αισθάνεστε ότι μόλις που τα πόδια σας ακουμπάνε στο έδαφος.
Ο πολιτισμικός πόλεμος που δημιούργησε τα ήθη και τις κοσμοθεωρίες της μοντέρνας και μεταμοντέρνας εποχής, βασίστηκε ακριβώς επάνω στην δημιουργία ρευμάτων, όχι φυσικά ανέμου, αλλά φιλοσοφιών, ιδεολογιών, τεχνών, ψυχολογιών και νοοτροπιών. Αυτή η ικανότητα δημιουργίας ρευμάτων, αγαπητοί αναγνώστες, θεωρείται η «τέχνη των τεχνών και η επιστήμη των επιστημών», από εκείνους τους κύκλους που αποσκοπούσαν στην ανατροπή του Παραδοσιακού πολιτισμού.
Τα κύρια ρεύματα που δημιουργήθηκαν ως  όπλα στην υπηρεσία της αντι-παραδοσιακής δράσης κατευθύνθηκαν σε έξι τομείς:

ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Αναρίθμητα φιλοσοφικά συστήματα που αρνήθηκαν κάθε δυνατότητα υπερβατικής διασύνδεσης του ανθρώπου και, κατά συνέπεια, αμφισβήτησαν  την  έννοια της «αντικειμενικής αλήθειας». Έτσι, η φιλοσοφία με την πάροδο του χρόνου τέθηκε αποκλειστικά στην υπηρεσία των ανθρωπίνων νοητικών διεργασιών, που όντας ανθρώπινες,  πολλές φορές έχουν και το στοιχείο της νοσηρότητας, ψυχικής ή πνευματικής.
ΣΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Σε αυτόν τον τομέα φύσηξαν ταυτόχρονα τρία είδη ρευμάτων: Το πρώτο ρεύμα έφερε την υποκειμενική ερμηνεία των Ιερών Γραφών(θρησκευτική Μεταρρύθμιση). Το δεύτερο ονομάστηκε ''εκκοσμίκευση'' και διαχώρισε την καθημερινή ζωή του ανθρώπου από την υπερβατική διάσταση και το μυστήριο, αφήνοντας αυτά τα τελευταία ως απλές τελετές στις οποίες ο άνθρωπος, αν θέλει, μπορεί να συμμετέχει κάποιες ημέρες τον μήνα.  Το τρίτο ρεύμα ήταν υπόγειο ή σχεδόν : τα υποκατάστατα θρησκείας, δηλαδή οι μασονικές στοές, και οι διάφορες εσωτεριστικές και αποκρυφιστικές οργανώσεις που άνθισαν από τον 18ο έως τα μέσα του 20ου αιώνανα.
ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Την πολιτική αντι-παραδοσιακή εκτροπή δεν συνιστά τόσο η επικράτηση των δημοκρατικών διαδικασιών επιλογής αρχόντων, μια που τέτοιες υπήρχαν και στον προμοντέρνο κόσμο, όσο η δυνατότητα της μάζας να επιλέγει μεταξύ διαφορετικών ιδεολογικών συστημάτων, δηλαδή, να επιλέγει μεταξύ διαφορετικών κοσμοθεωρητικών απόψεων.
ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ : Η έλευση της μοντέρνας τέχνης αφαίρεσε το ιδανικό του Κάλλους και της Αρμονίας από την καλλιτεχνική έκφραση, και αποσύνδεσε τους στόχους της από τα υψηλά ηθικά και πνευματικά ιδεώδη, στα οποία ήταν επικεντρωμένη η προμοντέρνα τέχνη.
ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Η μετάδοση του καπιταλιστικού πνεύματος.
ΣΤΑ ΗΘΗ: Ο νέο-γνωστικισμός μαζί με τις φυσιολατρικές τάσεις, αποτελέσαν την βάση της «πολιτισμικής επανάστασης» που έφερε τον ελευθεριασμό και την αντι-ιεραρχικότητα σε όλες τις ανθρώπινες εκδηλώσεις.

Τίθεται ένα ερώτημα: Αυτά τα ρεύματα είναι προϊόν ενός προμελετημένου σχεδίου ; η απάντηση που μπορεί να δοθεί είναι η εξής: Σε ένα ποσοστό 50%, υπάρχουν οι ιστορικές αποδείξεις ότι, πράγματι, αποτέλεσαν μέρος ενός προμελετημένου σχεδίου. Το άλλο 50% είναι απόρροια της εκπεσούσης ανθρώπινης φύσεως.

Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ.

Ο Απολλώνιος πολιτισμός
Η δημιουργία αυτών των ρευμάτων δεν αποδείχτηκε αποτελεσματική επειδή αυτά προσέφεραν κάτι το σημαντικό ή το αξιοθαύμαστο, ή το ουσιαστικό, αλλά διότι είχαν την ιδιότητα να κάνουν τους ανθρώπους να αισθανθούν αυτό που περιγράψαμε στην αρχή του άρθρου: ότι σηκώνονται ψηλά από έναν ευχάριστο δροσερό άνεμο, που τους απελευθερώνει, τους τραμπαλίζει παιχνιδιάρικα μέσα στο αχανές τοπίο. Και πως κατάφεραν τα εν λόγω ρεύματα να δημιουργήσουν αυτή την αίσθηση; Με την απελευθέρωση ενέργειας και την αύξηση της εντροπίας (=ο βαθμός αταξίας ενός συστήματος) δείτε για παράδειγμα ένα σχετικό άρθρο του Θεόδοτου: Πράγματι, αν παρατηρήσετε το περιεχόμενο των έξι ρευμάτων που παρουσιάσαμε παραπάνω, θα διαπιστώσετε ότι όλα έχουν την ιδιότητα να απελευθερώνουν ενέργεια από τον άνθρωπο (ενέργεια νοητική, ενέργεια ενστικτώδη όπως η σεξουαλική, ενέργεια στην συμπεριφορά, ενέργεια στην φαντασία, ενέργεια στον εγωκεντρισμό κλπ), δηλαδή, προκαλούν μία ευχάριστη, ηδονική ΑΚΡΑΤΕΙΑ. Και η ακράτεια επιφέρει μία αύξηση της εντροπίας, η οποία ακολουθείται από μία ακόμη μεγαλύτερη ακράτεια και ούτω καθεξής.

Ο προμοντέρνος πολιτισμός μπορεί να χαρακτηριστεί ως «Απολλώνιος»: Δεν απελευθέρωνε ασύστολα και ανεξέλεγκτα την ενέργεια, αλλά την συγκρατούσε, και, όταν έπρεπε να απελευθερώσει ποσά ενέργειας, αυτά τα μορφοποιούσε, τα χρησιμοποιούσε δηλαδή, για να δημιουργήσει συστήματα (είτε εσωτερικά, είτε εξωτερικά) τάξης και αρμονίας, με αποτέλεσμα την μείωση της εντροπίας και την δημιουργία υψηλού πολιτισμού. Αντίθετα, ο πολιτισμός της ακράτειας μπορεί να ορισθεί ως «Διονυσιακός πολιτισμός» Είναι ο πολιτισμός στον οποίο σήμερα ζούμε και στον οποίο οδηγηθήκαμε μετά από την σταδιακή επικράτηση των ρευμάτων που περιγράψαμε. Τώρα πλέον ο ασκός του Αιόλου έχει ανοίξει. Πως μπορούν να ξαναμπούν μέσα οι άνεμοι; Μόνον γεγονότα και καταστάσεις που θα έχουν την δύναμη να επηρεάσουν εσωτερικά τους ανθρώπους μπορεί να αναστρέψουν την πορεία των ρευμάτων. Κοσμοϊστορικά γεγονότα που θα σείσουν τα θεμέλια του σύγχρονου διονυσιακού πολιτισμού, παρόμοια με εκείνα που έσεισαν τα θεμέλια του Παραδοσιακού πολιτισμού πριν από αιώνες.


Η Ελπίδα στο νέο έτος

του Marcello Veneziani


Σε τι να ελπίζουμε την επόμενη χρονιά; Εδώ και πολύ καιρό δεν περιμέναμε επαναστάσεις, παλιγγενέσεις και ριζικές αλλαγές και για αρκετό καιρό δεν καλλιεργούσαμε καν στέρεες ελπίδες συνέχειας, τη σιγουριά ότι όλα θα παραμείνουν όπως πριν, με έναν τρόπο καθησυχαστικό. Λες και οι ελπίδες των προοδευτικών για αλλαγή και των συντηρητικών για συνέχεια είχαν εξαφανιστεί ταυτόχρονα· μέ τις ελπίδες των νοσταλγών και των καινοτόμων.
Η μόνη είδηση ​​που ανακοινώνεται είναι στην πραγματικότητα μια επιστροφή : Ο Ντόναλντ Τραμπ επιστρέφει στον Λευκό Οίκο σε έναν κόσμο που σπαράσσεται από δύο επικίνδυνες συγκρούσεις. Και μαζί του αυτό που ορίζεται ως η νέα δεξιά ή τεχνοδεξιά, που προσδιορίζεται στη φιγούρα του Έλον Μασκ· μια συναρπαστική και ανησυχητική προοπτική, δεδομένων των συνθηκών και της προσωπικότητας. Για τους υπόλοιπους, ο κόσμος συνεχίζει με τους πρωταγωνιστές των προηγούμενων ετών, ανάμεσα σε μια βρασμένη Ευρώπη και έναν κόσμο που βράζει.
Φυσικά, το 2024 που δίνει τη θέση του στο 2025 είναι απλώς ένας αριθμός που αλλάζει και τίποτα περισσότερο. Ένα φαινομενικό πέρασμα, ίσως συμβολικό αλλά όπως τα νούμερα λαχείων, τίποτα νέο ή ουσιαστικό, παρά μόνο στον ασήμαντο απολογισμό των ετών. Τα χρόνια δεν είναι τίποτα στην πραγματικότητα της ζωής και των ημερών, χρησιμεύουν μόνο για να δώσουν μια πινακίδα κυκλοφορίας στα ιστορικά γεγονότα, αφού έχουν συμβεί· αλλά δεν υπάρχει εκ των προτέρων σύνδεση μεταξύ ενός συμβάντος και της ημερομηνίας με την οποία θα συσχετιστεί στη συνέχεια. Είναι απλώς ένας κωδικός αναγνώρισης.
Το αληθινό γεγονός είναι ότι έχουμε πάψει να ελπίζουμε σε αλλαγές, ακόμα κι αν δεν έχουμε πάψει να φοβόμαστε τις αλλαγές. Όλα όσα συμβαίνουν ξανά φαίνεται να είναι τυχαία, συμπτωματικά, περιστασιακά και νά εξαρτώνται ελάχιστα ή καθόλου από τη θέληση των ανθρώπων, ειδικά των ανθρώπων καλής θέλησης. Τα μικρά λάθη μπορεί να έχουν μεγάλες συνέπειες, οι κίνδυνοι που δεν λαμβάνονται υπόψη ή υποτιμούνται μπορεί να αποδειχθούν σημαντικοί και μοιραίοι. Η αίσθηση είναι ότι περπατάμε στο σχοινί του ακροβάτη, πάντα πάνω από το χάος, και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε δεν είναι να προγραμματίσουμε ελεύθερα το μέλλον ή να το επανεφεύρουμε δημιουργικά, αλλά να ακολουθήσουμε σχολαστικά τη διαδρομή, να μην ισορροπήσουμε, να βαδίσουμε στο σχοινί μέχρι το τέλος, χωρίς ποτέ να αποσπαστούμε ή να παρεκκλίνουμε. Αν αυτή είναι η αντίληψη,  φανταζόμαστε το μέλλον όχι στο όνομα της ελευθερίας αλλά της ανάγκης και κατά κάποιο τρόπο του εξαναγκασμού για επανάληψη και του περιορισμού να παραμείνουμε στη γραμμή. Εξ ου και το λεπτό νήμα της αγωνίας που μας συντροφεύει σαν το σχοινί του ακροβάτη όλες τις μέρες.
Αλλά τότε σε τι να ελπίζουμε; Στον απρόβλεπτο πλούτο της ζωής, της πραγματικότητας και της ιστορίας. Τελικά, η ελευθερία συμπίπτει με το άγνωστο όπου ζουν και οι φόβοι και οι ελπίδες. Πράγματι, για να είμαστε πιο ακριβείς και σαφείς, υπάρχουν τρεις παράγοντες που επαναφέρουν τη ρουτίνα, την ακαμψία και τον ιστορικό ντετερμινισμό και αναζωογονούν τη γεύση για το μέλλον.
Το πρώτο είναι η αφύπνιση της πραγματικότητας, η φύση του κόσμου και της ανθρώπινης φύσης, και ολόκληρο το σύμπαν των παρορμήσεων, των συναισθημάτων, των φυσικών νόμων, που ξεσηκώνονται ενάντια στη μυθοπλασία, την προκατασκευασμένη κοινωνία, τη χειραγώγηση της πραγματικότητας, τους εικονικούς κόσμους και ανακτούν τα «δικαιώματά τους».  Ζούμε σαν σε μια απατηλή φούσκα, σε μια τεχνολογική, οικονομική, ιδεολογική μυθοπλασία, που διαστρεβλώνει την αλήθεια των πραγμάτων, την πραγματικότητα του κόσμου, που ισχυρίζεται ότι αντικαθιστά τη φύση με τό τεχνητό. Πιστεύουμε ότι η πραγματικότητα, όπως συμβαίνει συχνά, θα πάρει πίσω τους χώρους, τη ζωή και τα εδάφη της.
Συνδέουμε έναν άλλο παράγοντα ελπίδας με την έναρξη και ανάδυση της πραγματικότητας, ακόμα κι αν - όπως λέγαμε - μπορεί να είναι και προάγγελος φόβων: η ελπίδα στο απρόβλεπτο της ιστορίας. Δεν υπάρχει προκαθορισμένο μονοπάτι για την ιστορία, τίποτα δεν είναι ήδη γραμμένο από την αρχή, δεν μπορούμε να προγραμματίσουμε την ιστορία ως τεχνολογικό εργαλείο, είναι γεμάτη μεταβλητές, κινητήριες δυνάμεις και αλληλένδετες φαντασιώσεις και παράγοντες που, όταν διασταυρώνονται, παράγουν διαφορετικά αποτελέσματα σε σύγκριση με αυτά που αναμένονταν ή προβλέπονταν. Είναι κατά κάποιο τρόπο αυτό που οι στοχαστές αποκαλούν ετερογένεια των σκοπών, η αλλαγή, αν όχι η αντιστροφή των υποθέσεων, των αρχικών προθέσεων, στις συνέπειες, στα πραγματικά αποτελέσματα, λόγω του συνδυασμού πολλών στοιχείων που δεν λαμβάνονται υπόψη ή που παράγουν διαφορετικά αποτελέσματα απλά αναμιγνυόμενα χημικά με άλλα.
Στον κόσμο που παραδίδεται στους αυτοματισμούς και τους ντετερμινισμούς, δηλαδή στις νέες τεχνο-επιστημονικές μορφές μοιρολατρίας, το απρόβλεπτο ξεσπά ως απελευθερωτική, καινοτόμος, ενίοτε επαναστατική, αν όχι αντιδραστική δύναμη.
Όμως η απαρχή της πραγματικότητας και η φυσική τάξη, καθώς και το απρόβλεπτο της ιστορίας και των σκοπών της, προκαλούν, έστω και χωρίς να το λένε, έναν εντελώς ακατανόητο και μυστηριώδη παράγοντα: το αόρατο χέρι, για το οποίο μιλούσαν ακόμη και οικονομολόγοι σε σχέση με την αγορά. Ναι, η τρίτη ελπίδα που έχουμε έχει μια αρχαία, μυστηριώδη, άφατη γεύση: εμπιστευόμαστε τους θεούς. Και χρησιμοποιούμε αυτό το μυθολογικό, λογοτεχνικό νόημα για να προκαλέσουμε τη μυστηριώδη παρέμβαση ανώτερων δυνάμεων ή πνευματικών ενεργειών: οι πιστοί θα το αποκαλούν, όπως ο Βίκο, χέρι της πρόνοιας, οι μη πιστοί θα το αποκαλούν, όπως ο Μακιαβέλι, "Τύχη" ή καλή μοίρα. Αλλά τελικά, ακόμα κι αν δεν το λέμε ανοιχτά, ακόμα κι αν δεν εμπιστευόμαστε ορθολογικά και δεν προδιατιθέμεθα θρησκευτικά, όλοι λίγο πολύ εμπιστευόμαστε την καλοσύνη, τη μεγαλοψυχία ή την επιείκεια των θεών.
Άλλωστε, αν δεν εμπιστευόμασταν κρυφά την πραγματικότητα, το απρόβλεπτο της ιστορίας και το χέρι των θεών, θα βρισκόμασταν ήδη ολοκληρωτικά στη λαβή της απόγνωσης. Αυτοί οι τρεις παράγοντες έχουν ενεργό αντίκτυπο σε εμάς· δίνουν περισσότερη δύναμη και αποφασιστικότητα στη δράση μας, γιατί ενσταλάζουν την εμπιστοσύνη, ίσως απατηλή, ότι είναι η δύναμη της πραγματικότητας, η φυσική απόδειξη των πραγμάτων, η δικαιοσύνη του κόσμου, η απρόβλεπτη δύναμη της ιστορίας, η καλοσύνη των θεών που μας ωθούν προς αυτή την κατεύθυνση. «Βοήθησε τον εαυτό σου, ο ουρανός θα σε βοηθήσει», ειπώθηκε κάποτε, και μεταφράζουμε στη σημερινή γλώσσα: ας μην τα παρατήσουμε πριν πολεμήσουμε, ας κάνουμε το χρέος μας μέχρι το τέλος, ας συνεισφέρουμε - ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητες και τις ικανότητές του - στην ελπίδα, γνωρίζοντας ότι θα βρει απροσδόκητες συμμαχίες. Μεταφράζουμε την ελπίδα σε εμπιστοσύνη, παρ' όλα αυτά. 
Ας επιτρέψουμε να μας συνοδεύει η δυσπιστία μέχρι τα προτελευταία πράγματα, γιά να ξαναβρούμε την εμπιστοσύνη στα τελευταία.
Σε εκείνους που λένε ότι αυτά είναι απλώς φλυαρίες και λόγια τού αέρα, απαντάμε ότι, εν προκειμένω, καί αυτό που περιμένουμε από την τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη είναι εικονικοί, αν όχι φανταστικοί (ψεύτικοι) κόσμοι· και ακόμη και η μετάβαση από το 2024 στο 2025 είναι απλώς φλυαρία και θα έλεγα, νούμερα σε μια παράλογη τόμπολα (
αριθμοί μιας παράλογης λοταρίας). Αν όλα είναι απλά ένα παιχνίδι χήνας, ας είναι αυτό το παιχνίδι ιερό. Η εμπιστοσύνη στους θεούς είναι ο σπόρος της αναγέννησής τους. Από την άλλη, μπροστά σε ένα νεογέννητο μωρό, ακόμα και ένα νέο έτος, δεν μπορεί κανείς παρά να χαίρεται και να ελπίζει.

Giovanni Reale - ΠΛΑΤΩΝ (24)

Συνέχεια από: Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2024

Giovanni Reale 

ΠΛΑΤΩΝ

IV

Ο ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΌΣ ΤΡΌΠΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΊΟ Ο ΠΛΆΤΩΝ ΥΠΕΡΑΣΠΊΖΕΤΑΙ ΤΗ ΓΡΑΦΉ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΆΖΕΤΑΙ ΩΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΌΣ ΔΆΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΤΈΧΝΗΣ ΤΗΣ ΓΡΑΦΉΣ

Οι κανόνες του ορθού τρόπου γραφής και λόγου και τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία ο Πλάτων συνέθετε τα γραπτά του που θεωρητικοποιούνται και υπερασπίζονται στον Φαίδρο

Ο μακρύς και δύσκολος δρόμος που πρέπει να διανύσει κανείς για να μάθει και να εξασκήσει την αληθινή τέχνη της συγγραφής

Στον ΕΠΙΛΟΓΟ της πραγματείας για την τέχνη της γραφής που γίνεται στο Φαίδρο, ο Πλάτων θέτει υπό αμφισβήτηση τους «λόγους του λύκου», δηλαδή τον πυρήνα της διδασκαλίας των ρητόρων, που συνίσταται στο εξής: στην τέχνη του λόγου και της γραφής, δεν είναι η αλήθεια, αλλά η αληθοφάνεια που πείθει τους ανθρώπους.

Λένε, λοιπόν, ότι δεν πρέπει να τα μεγαλοποιεί κανείς αυτά τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο, ούτε να εξυψώνει εκείνους που κάνουν τόσο μεγάλη διαδρομή με ανηφόρα. Διότι χωρίς καμιά αμφιβολία [...] όσοι πρόκειται να γίνουν ρήτορες με τον κατάλληλο τρόπο, δεν θα ήταν απαραίτητο να γνωρίζουν αλήθειες για δίκαια και καλά πράγματα ή ακόμη και για ανθρώπους που από τη φύση και τη παιδεία είναι τέτοιοι. Διότι στα δικαστήρια, η αλήθεια γι' αυτά τα πράγματα δεν έχει καμία απολύτως σημασία για κανέναν, αλλά σημασία έχει το τι είναι πειστικό. Και αυτό αποδεικνύεται ότι είναι το αληθοφανές· και σε αυτό πρέπει να προσκολλώνται όσοι σκοπεύουν να μιλήσουν με τέχνη. Και, μάλιστα, μερικές φορές δεν πρέπει καν να εκθέτουν τα ίδια τα γεγονότα, αν αυτά δεν έχουν πραγματοποιηθεί με αληθοφανή τρόπο, αλλά μόνο εκείνα που είναι αληθοφανή, είτε στην κατηγορία είτε στην υπεράσπιση. Και, γενικά, όσοι μιλούν πρέπει να ακολουθούν ακριβώς την αληθοφάνεια και να στέλνουν την αλήθεια να πάει στο καλό. Είναι ακριβώς αυτή η αληθοφάνεια που, όντας από το ένα άκρο του λόγου στο άλλο, φέρνει σε ολοκλήρωση όλη την τέχνη (Φαίδρος, 272 D-273 A).

Και για να αποσαφηνίσει αυτές τις προγραμματικές δηλώσεις των ρητόρων, ο Πλάτων παραθέτει και ένα σημαντικό παράδειγμα. Αν ένας μεγάλος και εύσωμος αλλά φοβισμένος και δειλός άνθρωπος δέχεται επίθεση και ληστεύεται από έναν αδύνατο και μικρόσωμο αλλά τολμηρό και θαρραλέο άνθρωπο, στη δίκη είναι βολικό και για τους δύο να μην αποκαλυφθεί η αλήθεια των γεγονότων. Για να μην προκαλέσει κακή εντύπωση ο θιγμένος, ο μεγάλος και γεροδεμένος, πρέπει να πει, για να μην φαίνεται άσχημα, ότι δέχτηκε επίθεση από περισσότερους άντρες· ενώ ο επιτιθέμενος πρέπει με τη σειρά του να αρνηθεί την αλήθεια, ισχυριζόμενος ότι είναι απίθανο αυτός, ένας αδύνατος και μικροκαμωμένος άνθρωπος, να μπορούσε να επιτεθεί σε κάποιον πολύ μεγαλύτερο και ισχυρότερο από αυτόν, με όλη αυτή τη σειρά συνεπειών.

Εν ολίγοις: η εμφάνιση και η αληθοφάνεια αξίζουν για τους ομιλητές περισσότερο από την αλήθεια, τόσο για να ευχαριστήσουν τους ανθρώπους όσο και για να τους πείσουν.

Εκτός όμως από την επισήμανση του γεγονότος ότι μόνο όσοι γνωρίζουν την αλήθεια μπορούν να κατανοήσουν πλήρως και σε βάθος την αληθοφάνεια και ότι, επομένως, ακόμη και οι ομιλητές που υποστηρίζουν την υπεροχή της αληθοφάνειας θα πρέπει να γνωρίζουν την αλήθεια, ο Πλάτων επισημαίνει συμπεράσματα εξαιρετικής αξίας.

Ο συγγραφέας που διαθέτει ευφυΐα και διαύγεια δεν θα πρέπει να ασχολείται με το να ευχαριστεί «τους συναδέλφους δούλους, παρά μόνο ως κάτι δευτερεύον και παράπλευρο»(Φαίδρος, 274 A), αλλά θα πρέπει μάλλον να ασχολείται με το να ευχαριστεί «τους αγαθούς άρχοντες που κατάγονται από το καλό»(Φαίδρος, 274 A) , δηλαδή τους θεούς.

Και έτσι ο συγγραφέας πρέπει να περπατήσει τον μακρύ και απότομο δρόμο, αντιμετωπίζοντας όλες τις απαραίτητες κακουχίες:

Επομένως, αν ο δρόμος που πρέπει να διανύσει κανείς είναι μακρύς, δεν πρέπει να εκπλήσσεται, διότι, για να επιτύχει μεγάλα πράγματα, πρέπει να τον διανύσει [...]. Άλλωστε, όπως μας λέει ο λόγος μας, αν κάποιος το επιθυμεί, και αυτά τα πράγματα θα γίνουν όμορφα ως αποτέλεσμα των άλλων. [...] Αλλά για εκείνον που αναλαμβάνει όμορφα πράγματα, είναι ωραίο να υποφέρει, ό,τι κι αν του συμβεί (Φαίδρος, 274 A-Β).

Ο Πλάτωνας έχει εκφράσει, με αυτόν τον τρόπο, στην εντέλεια την αντίληψή του για την τέχνη της γραφής και έχει υποδείξει με μεγάλη διαύγεια τους κόπους που πρέπει να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει κάποιος που θέλει να γίνει αληθινός συγγραφέας.

Τι μένει να ειπωθεί για το θέμα αυτό;

Η απάντηση του Πλάτωνα είναι η εξής: δεν αρκεί να έχουμε εξηγήσει ποιος είναι ο τέλειος τρόπος γραφής, αλλά χρειάζεται επίσης να καθορίσουμε πότε είναι σκόπιμο να γράφουμε και πότε όχι. Κατά συνέπεια, το πρόβλημα που αντιμετωπίζεται στο τέλος του Фαίδρου είναι το εξής:

Μένει τώρα να μιλήσουμε για την σκοπιμότητα της γραφής και την μη σκοπιμότητα, πότε είναι κατάλληλη και πότε όχι (Φαίδρος, 274 Β).

Και στην απάντηση σε αυτό το πρόβλημα, ο Πλάτων παρουσιάζει στον άνθρωπο που έχει μεγαλώσει μέσα στην κουλτούρα της γραφής τη μεγαλύτερη έκπληξη, με δηλώσεις που μόνο σήμερα, για διάφορους λόγους, είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε σε όλη τους την ιστορική και ερμηνευτική σημασία, με την οποία πρέπει τώρα να ασχοληθούμε.

Κωστής Παπαγιώργης - Η οντολογία του Μαρτιν Χαϊντεγκερ - Μετά το Είναι και χρόνος : α) η Τεχνική

Συνέχεια από: Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2024

Η οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγκερ, <Νεφέλη>, Αθήνα 1983 

[Εισαγωγική σημείωση / Εισαγωγή {1. Ο αποχρών λόγος – 2. Το κενό και το μηδέν – 3. Το ον λέγεται πολλαχώς – 4. Η διαφορά – 5. Το cogito – 6. Η θεωρία του σχηματισμού – 7. Η αναφορικότητα – 8. Ο χρόνος} / Η υπαρκτική αναλυτική {1. Προχειρότητα και παρεύρεση – 2. Η μέριμνα – 3. Συνύπαρξη και απροσωπία – 4. Εννόηση, ομιλία, πτώση, εύρεση – 5. Η αλήθεια – 6. Το όχι-ακόμα – 7. Η φωνή της συνείδησης – 8. Η χρονικότητα των υπαρκτικών δομών – 9. Η ιστορικότητα} / Μετά το Είναι και χρόνος {α) Η τεχνική – β) Η ποίηση}] 

ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ

Die Sprache ist das Haus des Seins (η γλώσσα είναι το σπίτι του Είναι)

Uber den Humanismus («Για τον Ανθρωπισμό»)

Από μόνο του το μεγάλο βιβλίο δεν αρκεί· το πιο προβληματικό είναι να συνεχίσεις στο ύψος που σε ανέβασε. Γι' αυτό και η στιγμή που ο Χάιντεγγερ συνειδητοποιεί ότι το Είναι και Χρόνος, σαν παρελθόν, είναι μια βαριά κληρονομιά που ο ίδιος κληροδότησε στον μελλοντικό εαυτό του, έρχεται σαν ένας κρίσιμος κλονισμός. Τι βοήθεια μπορεί να προσφέρει ένα βιβλίο που σχεδόν δεν γράφτηκε; Μπρός στην αδυναμία της μεταφυσικής γλώσσας να του προσφέρει τα γλωσσικά μέσα για τη σύνθεση του Β΄ μέρους, η σκέψη του αναγκάζεται να αλλάξει στάση, προοπτική, έκφραση χωρίς να απομακρύνεται όμως από το κεντρικό της πρόβλημα: την ερώτηση για το νόημα του Είναι γενικά (Der Frage nach dem Sinn von Sein überhaupt). Σε αντίθεση με πολλούς σύγχρονους «καθηγητές» που κάθε νέο γραφτό τους έχει να παρουσιάσει και μια «νέα» προβληματική (σκέψου τον Ζιλ Ντελέζ), ο βηματισμός του είναι κάτι σαν προοδευτικό και ποικιλόρυθμο σημειωτόν. Σκέπτεται το ίδιο πράγμα με πολλούς τρόπους, έλκεται από τα ίδια προβλήματα και τα ίδια κείμενα. Η persona του δεύτερου Χάιντεγγερ είναι πλασμένη από τα διδάγματα ενός αιώνα που, υποταγμένος στην ηγεμονία του όντος, δείχνει εξαρχής εχθρικός απέναντι σε κάθε «ματαιολογία» για το πρόβλημα του Είναι.

Συνεχίζοντας με φανατική εμμονή την προσωπική του παράδοση, δύο είναι τα θέματα που θα τον απασχολήσουν: από τη μια θα στραφεί προς την περιπλάνηση (που παίρνει τις απίθανες διαστάσεις της σύγχρονης τεχνικής) κι από την άλλη θα πασχίσει να διαβάσει την αλήθεια του Είναι στα κείμενα της γερμανικής ποίησης (Χαίντερλιν, Τράκλ, Ρίλκε, Γκεόργκε). Σε αυτό το διπλό στόχο δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να διαγνώσουμε την ασφαλή συνέχιση της υπαρκτικής αναλυτικής. Οι δύο αντίθετοι πόλοι υπάρχουν κι εδώ εμφανέστατα, μόνο που δεν είναι δυνατότητες, αλλά συγκεκριμένες πραγματώσεις. Η αναυθεντικότητα εντοπίζεται στο πλανητικό φαινόμενο των επιστημονικών επιτευγμάτων που παρουσιάζονται σαν διογκωμένες συνέπειες της οντικής προσήλωσης, ενώ στο άλλο άκρο, η προσέγγιση της ποίησης σκοπεύει να αναδείξει το παρακινδυνευμένο νόημα μιας βιωμένης αυθεντικότητας. Τεχνική και ποίηση, σαν εκφάνσεις της πλάνης και της αλήθειας, αγγίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο σε ό,τι πιο μυστικό έχει: τα άρρητα θεμέλια της παρουσίας του. Κι αν η στροφή προς το συγκεκριμένο προσδίδει ένα δραματικό ενδιαφέρον στη σκέψη του, είναι γιατί νιώθουμε ότι πρόκειται για το ίδιο το (ιστορικό) παρόν μας μέσα από την άπειρη ιστορική του συμπλήρωση.

α) Η τεχνική

Όπως είδαμε και στο πέμπτο κεφάλαιο της Εισαγωγής αυτού του δοκιμίου, η κριτική που ασκείται αναφορικά με τη σύγχρονη επιστήμη δεν έχει τίποτα το επιστημολογικό. Δεν αφορά τη μέθοδο, μήτε το ερευνώμενο. Εντοπίζοντας τα θεμέλια της σύγχρονης επιστημονικής έρευνας στην πλήρη επιβολή της παράστασης, με κανένα τρόπο δεν διατυπώνουμε μιαν επιστημονική αλήθεια. Ωστόσο κάνουμε κάτι που βαραίνει διαφορετικά. Εφόσον παράσταση και παραστασιακή σκέψη σημαίνει αποκλειστικά και μόνο ένα αντικείμενο που μόνο από ένα υποκείμενο μπορεί να ερευνάται, μέσα από την αυστηρή συνάφεια αυτού του ζεύγους, η οντολογία αποκαλύπτει έναν οντικό προσανατολισμό με συνέπειες ανυπολόγιστες. Κάθε προαγωγή του όντος (γνώση, κρίση, παράσταση, πράγμα, τεχνική) επισφραγίζει τη λήθη του Είναι. Τη συγκάλυψη της διαφοράς. Ξεκινημένη από τα πλατωνικά;;;; κείμενα, αυτή η συγκαλυπτική πλάνη, συνεχίζεται με τον Καρτέσιο, τον Καντ, το Χέγκελ και τον Μαρξ για να πάρει τη συγκεκριμένη μορφή της τεχνικής κατακυριαρχίας.

Η ουσία της τεχνικής δεν έχει τίποτα το τεχνικό, όπως από μια άλλη πλευρά θα λέγαμε ότι η ουσία της επιστήμης δεν έχει τίποτα το επιστημονικό. Η γνώση της κατασκευής ενός υπερσύγχρονου πυραύλου, της λειτουργίας ενός εργοστασίου που λειτουργεί με πλήρη αυτοματισμό, της συγκρότησης ενός επιστημονικού εργαστηρίου δίνει πλήθος πληροφορίες, καμιά όμως σχετικά με την ουσία της τεχνικής. Γι' αυτό άλλωστε παραμένει ξένη και αινιγματική σε όσους την υπηρετούν. Δεν έχει άμεση σχέση με το χώρο της παραγωγικότητας και της κάθε λογής συσσώρευσης όπου το λόγο έχουν η μέτρηση, ο υπολογισμός, η στατιστική, η επεξήγηση και η σχεδιοποίηση, αλλά με κάτι απόμακρο: την μεταφυσική καταγωγή. Αυτή δηλαδή που κανείς τεχνικός δεν υποψιάζεται, γαλουχημένος καθώς είναι από τον κομπασμό μιας ακόρεστης λογικής που επιμένει να βλέπει την ιστορική δικαίωση του ανθρώπου στην επιβολή του πάνω στις φυσικές δυνάμεις. Με ένα λόγο, η απαίτηση να αποκαλυφθεί η καταγωγή και η ουσία της τεχνικής δεν έχει ίχνος επιστημονικής αναγκαιότητας. Ο χαρακτήρας της παρουσιάζεται ριζικά διαφορετικός. Όπως άλλωστε και οι απορίες της: η ψευδοβεβαιότητα της επιβολής πάνω στη φύση από που άραγε αντλεί τα διαπιστευτηριά της; Η λογική αναγκαιότητα της προόδου των επιστημών, των διαπλανητικών προγραμμάτων, της παραγωγικής διεύρυνσης, πόσο λογική είναι; Εξάλλου τι μπορεί να σκεφτεί η μανία της τεχνικής για την ιστορική μοίρα του ανθρώπου;

Κάθε μορφή τεχνικής προκαλεί: αύξηση της ταχύτητας, πολλαπλασιασμό της παραγωγικότητας, βελτίωση της «ποιότητας», μεγαλύτερη ισχύ, ασφαλέστερη αποτελεσματικότητα. Το διαπιστώνουμε αυτό ακόμα και στα απλά τεχνικά όργανα που καθημερινά χρησιμοποιούμε. Η φύση, ως το μέγιστο και άπειρο αντικείμενο, περιζώνεται με σκοπό να ερευνηθεί, να καθυποταχτεί, να δεσμευτεί για να αποδώσει. Και οπωσδήποτε αποδίδει ικανοποιώντας όλες τις προσδοκίες. Με αυτή τη λογική επιχειρείται η συσσώρευση, η απόσπαση πρώτων υλών, η άντληση και η αποθήκευση. Με έναν τρόπο δηλαδή που ιδρύει μια σχέση με τη φύση απόλυτα διαφορετική από εκείνη του παλιού ανεμόμυλου που αποσπούσε χωρίς να συσσωρεύει, του γεωργού που εμπιστευόταν τους σπόρους του στα σπλάχνα της γης χωρίς να προκαλεί τη γη όπως η μηχανοποιημένη γεωργία... Άλλο πράγμα είναι το άνοιγμα ενός πηγαδιού κι άλλο η γεώτρηση που ζητά να εντοπίσει το πετρέλαιο, το λιγνίτη, το κάρβουνο και τις άλλες πρώτες ύλες.

Ο ποταμός Ρήνος που θέτει σε κίνηση το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο που έχει χτιστεί στις όχθες του δεν έχει καμιά σχέση με το Ρήνο που κυλάει μέσα στους ύμνους του Χαίντερλιν! Η διαφορά, που εύκολα μπορεί να εκληφθεί σαν νοσηρή νοσταλγία, ξένη με το πνεύμα των νέων καιρών, είναι πιο σημαντική από κάθε παρόμοιο πνεύμα. Γιατί διαπιστώνει τη βαθύτερη τάση του. Η τεχνική πρόκληση προωθεί τα σχέδιά της περιφρονώντας κάθε αναγνώριση της φύσης. Ο ήλιος είναι πηγή ηλιακής ενέργειας, το δάσος πηγή ξυλείας, ο ουρανός ένα αρχιπέλαγος όπου πλέουν τα ιπτάμενα υπερωκεάνια. Έτσι η συσσώρευση δεν χρησιμοποιεί πια ένα «φυσικό» στοιχείο. Αντλεί ενέργεια που, συνακόλουθα, κατάλληλα χρησιμοποιημένη, θα αυξήσει την απόδοση των μηχανών. Απόσπαση, άντληση, μετατροπή, διοχέτευση είναι τρόποι αποκάλυψης που κινούνται προς μια κατεύθυνση ολότελα ξένη με εκείνη που ονομάσαμε στην υπαρκτική αναλυτική.

Η πρόκληση πραγματώνεται σαν αποθήκευση. Στη δεδομένη στιγμή, στον δεδομένο τόπο εξασφαλίζεται η δυνατότητα της ετοιμότητας για κάτι. Ο θησαυρισμένος ηλεκτρισμός ή τα αποθηκευμένα αέρια εμπνέουν την εμπιστοσύνη για κάτι απώτερο· κάτι σταθερό εγγυάται το φωτισμό, τη θέρμανση, την κίνηση, την τηλοψία, την επικοινωνία, την μετακίνηση. Αυτό ακριβώς ο Χάιντεγγερ αποκαλεί Bestand. Λέξη που δεν εννοεί την πρόδηλη ιδέα του στοκ, αλλά το καθεστώς της πρόκλησης και της απόκτησης που εκδηλώνεται με τη λειτουργικότητα ενός μέγιστου πλαισίου αναφοράς. Για παράδειγμα, ένα αεροπλάνο που στέκει στην πίστα του αεροδρομίου έτοιμο να απογειωθεί είναι αναμφισβήτητα ένα μηχανικό αντικείμενο. Ωστόσο δεν έχουμε μπροστά μας ένα ανεξάρτητο όργανο, όπως όριζε τη μηχανή ο Χέγκελ. Πίσω από αυτό που βλέπουμε και το ελέγχουμε σαν παράσταση, υπάρχει το τεχνικό πλαίσιο. Ένα γιγάντιο υπόβαθρο, μια τεχνική βάση που όσο λιγότερο φαίνεται σαν αντικείμενο, τόσο πιο αποτελεσματικά λειτουργεί. Δεν υπάρχει ανεξάρτητη μηχανή. Κάθε τεχνικό δημιούργημα εξαρτάται πλήρως από ένα βάθος όπου ανάγεται σιωπηλά.

Αυτή την ιδιάζουσα κίνηση που μετατρέπει το ον σε Bestand, προϋπόθεση και εγγύηση μιας προώθησης που ταχύτατα καταλήγει να γίνει αυτοσκοπός, ο Χάιντεγγερ την ονομάζει Gestell. Είναι το στοιχείο που εκδιπλώνεται θεαματικά μέσα σε κάθε μορφή τεχνικής εκδήλωσης. Είναι η ουσία των τεχνικών σχεδίων και γι' αυτό απόλυτα ξένη προς τις προθέσεις των τεχνικών. Στον τρόπο που η τεχνική αποκαλύπτει τα πράγματα, δεν επιτελείται μια φανέρωση, μια διάνοιξη της ουσίας τους, αλλά μια ολοσχερής απόκρυψη. Όπου κι αν κοιτάξει, όπου κι αν στραφεί, ο σύγχρονος άνθρωπος έχει να αντιμετωπίσει πλαστές εμφανίσεις. Η ζωή αντικειμενοποιείται και ο θάνατος αποσιωπάται. Μέσα στο Gestell η ουσία του ανθρώπου ορίζεται ανάλογα με την ικανότητά του να παρασταθεί, να προσφερθεί, να έχει τη διαθεσιμότητα ορισμένων πραγμάτων και να είναι διαθέσιμος για ορισμένα πράγματα. Το αντίθετο δηλαδή με εκείνο που περιγράψαμε ως εμπειρία του Είναι – την άρνηση της υποστασιακότητας και την ακατάκτητη παραμονή μέσα στο αθεμελίωτο.

Την πλανητική εξάπλωση και την κατακυριαρχία του Gestell ο Χάιντεγγερ δεν την αντιμετωπίζει με το ουτοπικό συναίσθημα του ρομαντικού αρνητή. Σήμερα που ακόμα και η καλοπληρωμένη ηλιθιότητα των δημοσιογράφων μιλάει για την «υποταγή του ανθρώπου στη μηχανή», την «αλλοτρίωσή του μέσα σε έναν ξένο και εχθρικό κόσμο», την «έλλειψη επικοινωνίας» κτλ. κτλ. κάθε άρνηση της τεχνικής δεν είναι φιλοσοφία, αλλά αξιοθρήνητη κοινοτοπία. Κάθε τρέχουσα αντίδραση απέναντι στο φαινόμενο της τεχνικής εμπνέεται από ανθρωπιστικά ιδεώδη, από μια αξιολογία, από το ενδιαφέρον για το φυσικό περιβάλλον. Και φυσικά δεν μπορεί να δει ότι καταγωγή της τεχνικής είναι αυτή ακριβώς η παράδοση που δημιούργησε την αξιολογία, τη γνώση, τον πολιτισμό, την ηθική, την πολιτική: με ένα λόγο η μεταφυσική. Η τεχνικοοικονομική έκρηξη, σαν ιστορικό φαινόμενο, αντιπροσωπεύει την αποκορύφωση της μεταφυσικής στην πορεία προς την αποπεράτωσή της (Dépassement de la métaphysique, Essais et conférences, σ. 115). Τα σημερινά τεχνικά σχέδια που εξαπλώνονται πάνω στον πλανήτη με ιλιγγιώδη ρυθμό, θέλει να πει ο Χάιντεγγερ, δεν είναι ανεξάρτητα από τον αρχέγονο πλατωνικο-αριστοτελικό προσανατολισμό προς την οντικότητα;;;;;. Μόνο μια παρόμοια ματιά μπορεί να διακρίνει την μη τεχνική ουσία της τεχνικής και το βαθύτερο νόημα της περιπλάνησης.[Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΝΕΙ ΛΟΓΟ ΓΙΑ ΤΕΧΝΗ ΟΧΙ ΓΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ ΛΕΕΙ Ο ΑΘΕΟΣ ΑΝΟΗΤΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΣΕΙ. Ο ΚΑΚΟΣ ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΥ ΑΝΑΣΤΗΘΗΚΕ ΣΑΝ ΚΑΚΟΣ ΠΛΑΤΩΝ]

Το γεγονός ότι σήμερα μπορεί να πιστεύουμε σοβαρά ότι η ατομική φυσική μπορεί να αποδείξει την ελευθερία του ανθρώπου και να θεμελιώσει νέες αξίες, είναι μία επιπλέον απόδειξη της δεσποτείας των τεχνικών παραστάσεων. Αληθινή πλάνη είναι να θεωρούμε πανάκεια εκείνο ακριβώς που φέρνει την καταστροφή. Τι άλλο είναι ο εξευρωπαϊσμός της γης και του ανθρώπου που, μολονότι κόβει τη ρίζα κάθε ουσιώδους, θεωρείται ανώτερη βαθμίδα πολιτισμού; (Acheminement vers la parole, Gallimard, σ. 101). Όλα δείχνουν ότι δεν απέχουμε πολύ από τη βιβλική ρήση: καί ἔσται σοι ὁ οὐρανός ὁ ὑπέρ κεφαλῆς σου χαλκοῦς, καί ἡ γῆ ἡ ὑποκάτω σου σιδηρά (Δευτερονόμιον, ΚΗ΄ 23). Ως τεχνική κυριαρχία, το Gestell επιβεβαιώνει την τύφλωση του ανθρώπου και επισφραγίζει τη λήθη του Είναι. Λήθη που, σαν ιστορία του Είναι, ξέρει να βλέπει σε αυτή την έσχατη εκδήλωση της μεταφυσικής κάτι μοιραίο. Να γιατί κάθε λόγος για σωτηρία, λήψη μέτρων, αντιμετώπιση του κινδύνου, ανθρωπιστικής πρόνοιας ηχεί εντέλει σαν τραγική ειρωνεία. Αγνοώντας το μυστικό βάθος των επιχειρημάτων τους, όλοι οι πολέμιοι της τεχνικής και της μεταφυσικής αντλούν από το οπλοστάσιο που τις δημιούργησε και τις υπερασπίστηκε. Ακόμα και ο Νίτσε – «ο πιο αποχαλινωμένος πλατωνιστής» – και βέβαια ο Μαρξ.

Ο όποιος δημιουργικός διάλογος με τον μαρξισμό (Ein produktives Gespräch mit dem Marxismus) πρέπει πρώτιστα να λάβει υπόψη του ότι η τεχνική δεν αποτελούσε θεμελιακό πρόβλημα για τον συγγραφέα του Κεφαλαίου. Την έβλεπε σαν κάτι ουδέτερο, μιάν αδρανή δύναμη που ο ρόλος της εξαρτάται από την τάξη που την έχει στα χέρια της. Ερμηνεία που από μόνη της αρκεί για να εντάξει τον Μαρξ μέσα στο πάνθεο της μεταφυσικής περιπλάνησης. Από τη στιγμή που η τεχνική θεωρείται απλό instrumentum χάνεται κάθε ουσιαστική επικοινωνία μαζί της. Γι' αυτό άλλωστε κανείς μαρξιστής (με πιθανή εξαίρεση τον Μαρκούζε) δεν αντιλήφθηκε σε βάθος την κρυφή συνάρτηση των ολοκληρωτικών κρατών με το ολοκληρωτικό καθεστώς της τεχνικής. Η εποχή της τεχνικής, αν υποθέσουμε ότι έχει περιθώρια να διαλέξει το πολιτικό καθεστώς που της αρμόζει, σίγουρα δεν μπορεί να στραφεί σε καμιά μορφή – κοινοβουλευτικής, σοβιετικής, σοσιαλίζουσας – δημοκρατίας.

Το τώρα της τεχνικής – πολιτικά, φιλοσοφικά, ιστορικά - αντλείται από μιαν αρχέγονη πλάνη που μόνο μέσα στην ιστορία του Είναι μπορεί να βρει το νόημά του. Μέσα στην πλαστή παντοδυναμία του Gestell, ο άνθρωπος απομακρύνεται από το ουσιώδες που τον συνιστα: την ποιητική βίωση της διάνοιξης του Είναι.

ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ ΟΤΙ ΟΙ ΦΑΝΑΤΙΣΜΕΝΟΙ  ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡΙΑΝΟΙ ΔΕΝ ΠΡΟΧΩΡΗΣΑΝ ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ.

ΠΕΡΙ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΕΩΣ (14)

 Συνεχίζεται από Δευτέρα 16  Δεκεμβρίου 2024 

Του A. J . NIJK.
11)Η Χρήση του όρου εκκοσμίκευση: Κριτική προσέγγιση. 


Εάν ο άνθρωπος ταυτίζει τον Χριστιανισμό με την Χριστιανική πίστη και εάν πιστεύει πώς οι Χριστιανικές απαιτήσεις και αλήθειες, όπως τις κατανοεί σύμφωνα μ’αυτόν τον Χριστιανισμό, ότι αυτές είναι οι απαιτήσεις του Θεού, ο οποίος απεκαλύφθη στον Ιησού Χριστό και φανερώθηκαν από τους Αποστόλους, και πώς σ’αυτές κατέχει την απάντηση στην ερώτηση γύρω από το νόημα της υπάρξεως τού ανθρώπου και της ιστορίας, αυτός ο άνθρωπος πέφτει στην πιο μοιραία από τις ουτοπίες. Τότε μοιραίως, από τον εκκοσμικευμένο Χριστιανισμό γεννιέται η Χριστιανική κοσμικότης η οποία θέλει να εκχριστιανίσει τον κόσμο για να του προσφέρει την σωτηρία!

Μετά την κυκλοφορία του βιβλίου «Μοίρα και ελπίδα της μοντέρνας εποχής», η χρήση του όρου εκκοσμίκευση έγινε πάρα πολύ δημοφιλής. Τα γραπτά τα οποία διαπραγματεύονται το θέμα της εκκοσμικεύσεως δεν μετριούνται πλέον. Γενικώς ακολουθείται το παράδειγμα του Γκογκάρτεν, και μιλούν για την εκκοσμίκευση, αν όχι με θετική σημασία, τουλάχιστον μ’έναν τρόπο ελαφράς αποδοχής. Αυτό γίνεται ακόμη πιο εύκολο διότι εξίσου με τον Γκογκάρτεν διακρίνεται η εκκοσμίκευση από το κοσμικό φρόνημα, ώστε να φορτώνεται αυτό το τελευταίο όλες τις αρνητικές επιπτώσεις που αφαιρούνται από την εκκοσμίκευση για να γίνει αποδεκτή.

Θα προχωρήσουμε λοιπόν σε μία προσπάθεια εξαγωγής κάποιων συμπερασμάτων γύρω από την επιρροή του έργου του Γκογκάρτεν στην ήδη υπάρχουσα έννοια της εκκοσμικεύσεως, διότι η πεποίθηση μας είναι ότι το συγκεκριμένο έργο όχι μόνον δεν την βοήθησε να εξελιχθεί, αλλά και την εμπόδισε στην πρόοδό της. 

Δεν μπορούμε να αρνηθούμε το γεγονός ότι ο όρος εκκοσμίκευση κατ’αρχάς ανακαλεί μία ξεκάθαρη εικόνα μίας ιδιαίτερης προόδου με τις πολιτισμικές της συνέπειες, που ήδη είχε αρχίσει να κατακτά έδαφος. Όταν το ‘700 γίνεται λόγος για την απελευθέρωση και καταπάτηση της εκκλησιαστικής περιουσίας στο σύνολό της, και γι’αυτόν τον σκοπό χρησιμοποιείται ο όρος εκκοσμίκευση, γίνεται αμέσως φανερό για τι πράγμα πρόκειται. Αυτή η διαύγεια όμως δεν αυξάνει ταυτοχρόνως με την επέκταση του όρου την περίοδο που ακολούθησε.

Ο Μαξ Βέμπερ κατανοεί ακόμη πολύ καλά την άκυρη χρήση του όρου εκκοσμίκευση. Όταν χρησιμοποιεί την λέξη, κατ’εξaίρεσιν, με μία διαφορετική σημασία από την πρωταρχική της, η οποία είναι στενά πολίτικο-νομική, την βάζει ανάμεσα σε εισαγωγικά. Αλλά ο Βέμπερ υπήρξε μία εξαίρεση και ο ίδιος. Η γενική τάση υπήρξε η χρησιμοποίηση του όρου αδιάκριτα, καί με μεγάλη ευκολία, για να δείξει διαδικασίες και φαινόμενα όλο και πιο πλατειά και σύνθετα, αγκαλιάζοντας τέλος το σύνολο της πνευματικής επαναστάσεως στην οποία βρισκόμαστε μπλεγμένοι από πολύ καιρό ήδη. 

Αυτή η πλάγια ανάπτυξη του όρου είναι ένα σύνθετο φαινόμενο και αξίζει την προσεκτική μας έρευνα. Εδώ θα σταθούμε όμως μόνον σε δύο χαρακτηριστικά της. Κατά πρώτον λοιπόν η λέξη εκκοσμίκευση, από τους χρόνους του Thomasius μέχρι τους  τελευταίους σχετικά χρόνους μας- και κάτω από μερικές απόψεις μέχρι σήμερα-υπήρξε μία πολεμική κραυγή. Με τα λόγια ενός από τους πιο αποδεκτούς ορισμούς τού φαινομένου, είναι η αφαίρεση ολοκλήρων τμημάτων ζωής και σκέψης από τον θρησκευτικό έλεγχο-και επιτέλους και από την μεταφυσική διάσταση-με τον σκοπό της κατανοήσεως και της βιώσεως αυτών των τμημάτων της ζωής με τους όρους που αυτά τα ίδια προσφέρουν! 

Κατά δεύτερον, ο όρος εκκοσμίκευση δεν χρησίμευσε ποτέ αποκλειστικά σαν ένα σημείο καθαρά τεχνικό, αδιάφορου καθαυτού, πολιτικών πράξεων, νομικών χειραγωγήσεων ή κοινωνικών διαδικασιών. Ο όρος από την φύση του, περιέχει πάντοτε μία ερμηνεία αυτών των χειραγωγήσεων, των πράξεων και των διαδικασιών, η οποία ερμηνεία αναλόγως της τοποθετήσεως τών ενδιαφερομένων αντιπροσωπεύει μία νομιμοποίηση ή μία καταδίκη. Η λέξη εκκοσμίκευση ανακαλεί, λόγω της αρχαίας της χρήσης από την οποία κατάγεται, την διάκριση ανάμεσα σε δύο τομείς της ανθρώπινης ζωής, εκ των οποίων ο πρώτος είναι αποκλειστικά θρησκευτικός, ιερός, πνευματικός και ο δεύτερος αποκλειστικώς άθρησκος, εθνικός, κοσμικός και εθεωρείτο πάντοτε υποταγμένος στον πρώτο. Και γι’αυτό η λέξη εκκοσμίκευση επιβάλλει πάντοτε την σφραγίδα της, που ακολουθεί στις μεταλλάξεις που επιβάλλει: Πράγματα αποφασιστικής σημασίας μεταφέρονται από τον πρώτο στον δεύτερο τομέα, αφαιρώντας τα από την ευθύνη του πρώτου και τοποθετώντας τα στην τάξη του δευτέρου. Η χρήση του όρου σημαίνει, επομένως, και παρά την επιφανειακή μας αντίληψη, την συνεχιζόμενη επιβεβαίωση της παραδοσιασιακής διακρίσεως ανάμεσα στις δύο σφαίρες της ζωής. Σημαίνει επίσης την συνεχιζόμενη, σταθεροποίηση όλων των θεσμών που επέβαλλε στην ζωή, κατά την διάρκεια των αιώνων, ο Χριστιανισμός. Την απολυτοποίηση τους. 

Στην παγίωση αυτών των παραδοσιακών αντιλήψεων, συμμετείχαν οι οπαδοί της εκκοσμικεύσεως τουλάχιστον όσο και οι αντίπαλοι τους, απλώς και μόνον με την χρήση του όρου εκκοσμίκευση. Έγινε μία προσπάθεια να ξεπεραστεί, με την βοήθεια αυτού του όρου, να ξεπεραστεί το καθεστώς αυτών των αντιλήψεων, με τους ίδιους τούς όρους αυτού του καθεστώτος που επιθυμούσαν να υπερβούν. Στην διαμάχη εναντίον της καθεστηκυΐας τάξεως, παγιδεύτηκαν, μέσα σ’αυτή την ίδια την τάξη και οργάνωση. Αυτό ισχύει και για τον Γκογκάρτεν, παρότι πίστεψε ότι έφτασε σε μία ριζική αναθεώρηση, αναστοχαζόμενος την εκκοσμίκευση. 

Το παλαιό εννοιολογικό σχήμα διακρίνεται καθαρά στην προσπάθεια τού Γκογκάρτεν: η θρησκεία δίνει την θέση της στην εκκοσμίκευση. Ο τρόπος βεβαίως με τον οποίο χρησιμοποιεί αυτό το σχήμα παρουσιάζει πολλές εναλλαγές, σημαντικές και ευφυέστατες ταυτοχρόνως. Ας τις δούμε : η εκκοσμίκευση αντιπροσωπεύεται από τον αυτόνομο άνθρωπο, ο οποίος δρα ελεύθερα και υπεύθυνα. Η θρησκεία αντιπροσωπεύεται από τον μυθικό άνθρωπο, ο οποίος είναι φυλακισμένος στον δικό του κόσμο. Η Χριστιανική πίστη αποκόπτεται από την θρησκεία και τοποθετείται με το μέρος της κοσμιότητος, της κοσμικότητος! Παρήγαγε την εκκοσμίκευση και είναι η μοναδική που μπορεί να την βοηθήσει να διατηρηθεί καθαρή και να μην ξαναγίνει θρησκεία. Αυτή η σκέψη συνεπάγεται όμως μία εντελώς καινούργια αξιολόγηση της εκκοσμικεύσεως. Δεν σημαίνει πλέον την παρακμή τής χριστιανικής πίστης, αλλά είναι ο νόμιμος καρπός της. Επιπλέον δε για να μπορέσει να επιβιώσει η εκκοσμίκευση εξαρτάται ολοκληρωτικώς από την Χριστιανική πίστη. [Την Οικουμενική εκκλησία]. 

Συνεχίζεται

Επιβεβαιώνεται η απλή αλήθεια. Ο οικουμενισμός έχει τήν ανάγκη τού αντι-οικουμενισμού, στόν οποίο στηρίζεται. ''Σημαίνει επίσης την συνεχιζόμενη, σταθεροποίηση όλων των θεσμών που επέβαλλε στην ζωή, κατά την διάρκεια των αιώνων, ο Χριστιανισμός. Την απολυτοποίηση τους.'' ΤΟΝ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟ. 

Αμέθυστος.

Ο Mέγας Bασίλειος κι ο Παραμορφωμένος Xριστιανισμός (Φώτης Κόντογλου)

Θέλω να μιλήσω για τον άγιο Bασίλειο, αλλά να μην πω τα συνηθισμένα που λένε όσοι γράφουνε γι’ αυτόν τον αληθινά Mέγαν άγιο. Προπάντων κάποιοι θεολόγοι φραγκοδιαβασμένοι, που δεν τους ενδιαφέρει σχεδόν καθόλου η αγιότητά του κ’ η κατά Θεόν σοφία του, αλλά η “θύραθεν” σοφία του, η γνώση που είχε στα ελληνικά γράμματα, στη ρητορική και στάλλα εφήμερα και εξωτερικά στολίδια αυτής της βαθειάς ψυχής, λησμονώντας τι γράφει ο απόστολος Παύλος για την κοσμική σοφία, που τη λέγει “μωρίαν παρά τω Θεώ”.Για τους τέτοιους, η φιλοσοφία είναι σεβαστή, μάλιστα περισσότερο από τη θρησκεία κι’ ας θέλουνε να το κρύψουνε, η επιστήμη πιο πειστική από την πίστη, η αρχαιότης πιο σπουδαίο οικόσημο από τον Xριστιανισμό. Γι’ αυτό, όλα τα μετράνε μ’ αυτά τα μέτρα. H αξία των αγίων Πατέρων δεν έγκειται στην αγιότητά τους, αλλά στο κατά πόσον είναι δεινοί ρήτορες, δεινοί συζητηταί, δυνατοί στο μυαλό, μ’ ένα σύντομον λόγο, κατά πόσον έχουνε όσα εκτιμούσε και εκτιμά η αμαρτωλή ανθρωπότητα κι’ όσα είναι ή περιττά για το χριστιανό, ή βλαβερά, κατά το Eυαγγέλιο. Mα δεν πάει να λέγη το Eυαγγέλιο! Aυτοί οι διδάσκαλοι του λαού δεν ρωτάνε τίποτα, αυτοί τραβάνε το χαβά τους. Tον Παύλο, που είχε πη χίλιες φορές και κατά χίλιους τρόπους πως η γλωσσική επιτηδειότητα δηλ. η ρητορεία, είναι ψεύτικη και δεν τη θέλει ο Xριστός, αυτοί, σώνει και καλά, με το ζόρι, τον ανακηρύξανε “μέγαν ρήτορα”, αυτόν που είπε λ.χ. “ου γαρ απέστειλέ με ο Xριστός βαπτίζειν, αλλ’ ευαγγελίζεσθαι, ουκ εν σοφία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Xριστού”, και που γράφει στους Kολοσσαείς:
“Bλέπετε (προσέξετε) μη τις υμάς έσται ο συλαγωγών δια της φιλοσοφίας και κενής απάτης, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ου κατά Xριστόν”. Aυτοί όμως που εξηγούνε στο λαό την Aγία Γραφή, είναι κουφοί και τυφλοί, ή κάνουνε πως δεν ακούνε και δεν βλέπουνε, κι’ αυτόν που είπε πως η φιλοσοφία είναι “κενή απάτη”, τον ανακηρύξανε μέγαν φιλόσοφον, στοχαστήν, τετραπέρατον εγκέφαλον “κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ου κατά Xριστόν”. Θέλουνε να τον κάνουνε “εφάμιλλον των αρχαίων φιλοσόφων οίτινες εδόξασαν την ανθρωπότητα”, ώστε να έχη κι’ ο Xριστιανισμός κάποιους μεγάλους νόας κι’ όχι μοναχά τους πτωχούς τω πνεύματι, τα φτωχαδάκια, τους αγράμματους Aποστόλους, τους απλοϊκούς ασκητάδες, τους ευκολόπιστους μάρτυρες και αγίους. Tους τέτοιους ψευτοχριστιανούς τούς τρώγει η περηφάνια, η κοσμική ματαιοδοξία, επειδή είναι αυτοί που λέγει ο ίδιος ο Παύλος “εική φυσιούμενοι υπό του νοός της σαρκός αυτών”, και “εν σαρκί όντες” και τα σαρκικά τιμώντες, θέλουν “Θεώ αρέσει”. Tον Παύλο που είπε τον φοβερό τούτον λόγο “παν ό ουκ εκ πίστεως, αμαρτία εστίν” δηλ. “ό,τι δεν προέρχεται από την πίστη, είναι αμαρτία”, με τη μικρόλογη διάνοιά τους, τον κατεβάσανε στα μέτρα τους, κάνοντάς τον λογοκόπο ρήτορα, φιλόσοφο, κοινωνιολόγο, πολιτικό, διοργανωτή, ψυχολόγο, παιδαγωγό, καιροσκόπο, επειδή αυτά καταλαβαίνουνε, κι’ αυτά είναι οι πιο μεγάλοι τίτλοι που μπορούνε να φαντασθούνε. Mε πιο γερά λόγια και πιο καθαρά, ζωηρά και τρανταχτά, δεν μπορούσε να τους πη αυτά τα πράγματα κανένα στόμα, παρεκτός από τον Παύλο, και όμως δεν πήρανε χαμπάρι οι καινούριοι γραμματείς. Aς είναι τα λόγια του σαν σφυριά που κοπανάνε τα ξερά καύκαλά τους, εκείνοι: το γουδί το γουδοχέρι. Άκουσε πώς μιλά ο Παύλος για την αρχαία σοφία: “Eπειδή (γαρ) εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας (φιλοσοφίας) τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας. Eπειδή και Iουδαίοι σημείον αιτούσι, και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Xριστόν εσταυρωμένον, Iουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν…”. Λοιπόν, ιδού τι λέγει ο Παύλος και τι διδάσκουνε οι εξηγητές του Eυαγγελίου και του ίδιου του Παύλου, δηλαδή τη μεμωραμένη σοφία, που θεωρεί τη διδασκαλία του Xριστού μωρία.

Δείχνω μεγάλη επιμονή σ’ αυτό το ζήτημα, γιατί αυτοί που θέλουνε να νοθέψουνε το κατακάθαρο νερό του Eυαγγελίου, “το ύδωρ το ζων το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον”, με τα βαλτόνερα της γνώσης και της αρχαίας φιλοσοφίας που πίνανε κείνον τον καιρό οι ταλαίπωροι άνθρωποι, “οι μη έχοντες ελπίδα”, χωρίς να ξεδιψάσουνε, αυτοί λοιπόν οι τυφλοί οδηγοί στραβώνουνε τον κόσμο, και γίνουνται αιτία με τις θεωρίες τους να πέφτουνε οι νέοι στην απιστία, γιατί ψυχές που θρέφονται με την “κενή απάτη”, πού θα καταντήσουνε παρά στην απιστία, ομολογημένη ή ανομολόγητη; Όλα αυτά προέρχονται από τον παραμορφωμένο Xριστιανισμό που μαθαίνουν όσοι δασκαλεύονται στα πανεπιστήμια της Δύσης, που είναι η πατρίδα του ορθολογισμού και του ουμανισμού, κ’ ύστερα τον φέρνουνε αυτό τον ορθολογιστικό Xριστιανισμό σ’ εμάς. Γιατί έχουμε την κατάρα να μαθαίνουνε όλα τα δικά μας από τους ξένους, ακόμα και την αρχαία γλώσσα.

Γυρίζω πάλι στον Παύλο, για να πάρω απ’ αυτόν κι’ άλλα θεόπνευστα λόγια που βγάζουνε ψεύτες αυτούς τους φραγκοσπουδασμένους ουμανίστες ψευτοχριστιανούς. Kαι παίρνω όλο λόγια του Παύλου, γιατί σ’ αυτόν τον άγιο φανερώνουνε την περισσότερη εκτίμησή τους, επειδή, με τα μέτρα που τον κρίνουνε, βρίσκουνε σ’ αυτόν περισσότερη εγκόσμια γνώση, κοινωνική δραστηριότητα, ρητορική δεινότητα, μεθοδικότητα, ψυχολογική cξύτητα, κι’ ένα σωρό άλλα τέτοια που τα εκτιμούνε πολύ, χωρίς να μπορούνε να δούνε οι θεότυφλοι πως ο Παύλος είναι ο μεγαλύτερος και σφοδρότερος εχθρός και κατακριτής της στραβής αντίληψης που έχουνε για τη χριστιανική θρησκεία.

Γράφει λοιπόν ο θεόγλωσσος Παύλος και ρωτά: “Πού σοφός; Πού γραμματεύς; Πού συζητητής του αιώνος τούτου; (δηλ. της κοσμικής σοφίας). Oυχί εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου;” Σαν να λέγη: “Ποιος από τους σοφούς του κόσμου τούτου, από τους φιλοσόφους και τους δεινούς συζητητάς, με τη διαλεκτική τους, θα μπορέση να συζητήση, ή καν να καταλάβη αυτά που λέμε εμείς οι μωροί, εμείς που δεν γνωρίζουμε τα μαστορικά γυρίσματα της διαλεκτικής, εμείς οι απαίδευτοι ανατολίτες, κι’ όχι κατά βάθος εμείς, αλλά αυτά που λέγει το Πνεύμα το Άγιον με το στόμα μας;”

Kαι παρακάτω γράφει: “Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις, σοφίαν δε ου του αιώνος τούτου, ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου, των καταργουμένων”. Ποιοι είναι οι άρχοντες του αιώνος τούτου, οι καταργούμενοι, παρά οι φιλόσοφοι κ’ οι ρήτορες κ’ οι άλλοι λογής-λογής μαστόροι της κοσμικής λογοτεχνίας, που τα σκοτεινά φώτα τους, λένε οι τυφλοί διδάσκαλοι του λαού πως χρειάζονται στο χριστιανό, σαν να μην τους φθάνη το φως του Eυαγγελίου, που λέγει “αν το φως που έχουνε μέσα τους (οι τέτοιοι) είναι σκοτάδι, το σκοτάδι τους πόσο πρέπει να είναι;”

Λοιπόν, κατά το πνεύμα “του αιώνος τούτου του καταργουμένου” εορτάζουνε και δοξάζουνε και τον άγιον Bασίλειον, όχι σαν άγιον και αγωνιστή της αληθινής θρησκείας, αλλά σαν συγγραφέα “καλλιεπών συγγραμμάτων”, “σοφόν ηθικολόγον και παιδαγωγόν, λάτρην της ελληνικής σοφίας”.

Aλλά πόσο σύμφωνος είναι ο άγιος με κείνους που τον δοξάζουνε για την ελληνομάθειά του και για την εκτίμηση που είχε στην αρχαία σοφία, το φανερώνουνε τα παρακάτω λόγια από μια επιστολή που έγραψε στον Eυστάθιο επίσκοπο Σεβαστείας:

“Eγώ, γράφει, αφού ξόδεψα πολύν καιρόν στα μάταια πράγματα, κι’ αφού όλη σχεδόν τη νεότητά μου τη χάλασα με το να κοπιάζω για πράγματα ανώφελα (αδιαφόρετα), καταγινόμενος να μελετώ τα μαθήματα της “παρά του Θεού μωρανθείσης σοφίας”, επειδή κάποτε ξύπνησα σαν να κοιμόμουνα σε βαθύν ύπνο, και άνοιξα τα μάτια μου στο θαυμαστό φως της αληθείας του Eυαγγελίου κ’ είδα καλά πως ήτανε άχρηστη “η σοφία των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων”, αφού έκλαψα πολύ για την ελεεινή ζωή μου, παρακαλούσα το Θεό να με χειροκρατήση για να φωτισθώ στα δόγματα της ευσέβειας. Kαι πριν απ’ όλα προσπάθησα να αποκτήσω κάποια ηθική διόρθωση, επειδή είχε πάθει μεγάλη διαστροφή η ψυχή μου από τη συναναστροφή μου με τους κακούς ανθρώπους. Διάβασα λοιπόν το Eυαγγέλιο, και σαν είδα πως εκεί μέσα είναι γραμμένο πως συντείνει πολύ στη σωτηρία του ανθρώπου το να πουλήση τα υπάρχοντά του και να τα μοιράση στους φτωχούς αδελφούς του και να ζη χωρίς να φροντίζη καθόλου για τούτη τη ζωή, και να μην προσηλώνεται η ψυχή στα επίγεια από καμμιά συμπάθεια, παρακαλούσα να εύρω κάποιον από τους αδελφούς που να διάλεξε αυτόν το δρόμο στη ζωή του, ώστε, μαζί μ’ αυτόν, να ταξιδέψω και να περάσω τούτη την περαστική φουρτούνα της ζωής”.

Aλλά ποιος δίνει σημασία σ’ αυτά που λέγει ο Mέγας Bασίλειος; Hμείς κάναμε ένα δικό μας Xριστιανισμό, ένα βολικό, έναν ανθρωπινό και λογικό Xριστιανισμό, όπως λέγει ο μεγάλος Iεροεξεταστής του Nτοστογιέφσκη, γιατί ο Xριστιανισμός που δίδαξε ο Xριστός είναι ανεφάρμοστος, απάνθρωπος. Eμείς, αντί ν’ ανέβουμε προς τον Xριστό, που λέγει “εγώ σαν υψωθώ, θα σας τραβήξω όλους προς εμένα”, τον κατεβάσαμε εκεί που βρισκόμαστε εμείς, και κάναμε ένα Xριστιανισμό σύμφωνο με τις αδυναμίες μας, με τα πάθη μας, με τις κοσμικές φιλοδοξίες μας, και δώσαμε και στους αγίους τα προσόντα που εκτιμούμε και που θαυμάζει η υλοφροσύνη μας, τους κάναμε φιλοσόφους, ρήτορας, πολιτικούς, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, παιδαγωγούς, επιστήμονες κ.λπ. O μεγάλος Iεροεξεταστής, σαν πήγανε μπροστά του τον Xριστό (που πρόσταξε να τον πιάσουνε, επειδή ξανακατέβηκε στη γη και τον ακολουθούσε ο κόσμος), του είπε: “Tον καιρό που ήρθες στον κόσμο έφερες στους ανθρώπους μια θρησκεία σκληρή, ανεφάρμοστη, απάνθρωπη. Eμείς την κάναμε βολική, ανθρωπινή. Tι ξαναήρθες να κάνης πάλι στον κόσμο; Nα μας τη χαλάσης, μόλις τη βάλαμε στο δρόμο; Γι’ αυτό, θα διατάξω να σε κάψουνε εν ονόματί σου, σαν αιρετικόν”.

O βολικός, ο ανθρωπινός Xριστιανισμός, αυτό το ανθρώπινο κατασκεύασμα, είναι η συχαμερή παραμόρφωση που έπαθε το Eυαγγέλιο από την πονηρή υλοφροσύνη της σαρκός.

(από το Γίγαντες ταπεινοί, Aκρίτας 2000)
(Πηγή: “Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού”)

 

https://alopsis.gr

Πατερικός: Ο Mέγας Bασίλειος κι ο Παραμορφωμένος Xριστιανισμός (Φώτης Κόντογλου)


ΤΑ ΔΥΟ ΑΚΡΑ. ΚΑΙ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΣΑΙΑ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΦΡΟΝΗΣΕΩΣ; ΠΩΣ ΕΓΡΑΨΕ ΤΗΝ ΕΞΑΗΜΕΡΟ; ΠΩΣ ΣΤΗΡΙΞΕ ΤΟΝ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ;  ΠΩΣ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕ ΝΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΜΕΝΗ ΚΟΣΜΙΚΗ ΣΟΦΙΑ  ΣΕ ΦΥΛΑΚΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ;  

ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΣΥΓΧΥΣΗ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ΝΟΜΙΖΟΝΤΑΣ ΟΤΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΕΧΕΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΔΥΤΙΚΗ ΕΚΔΟΧΗ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΝΝΟΟΥΝ ΟΤΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΤΗΡΓΗΘΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΚΙΝΑΤΗ; ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ, ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΔΟΞΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΩΝ, ΤΩΝ ΡΗΤΩΡΩΝ ΚΑΙ ΣΟΦΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΕΠΟΧΗΣ;